Ποτέ η ιστορία των ιδεών δεν ξεπέρασε, και πιθανότατα ούτε πρόκειται να ξεπεράσει, τον πειρασμό της ενοποίησης όλων, ιδεατά, των διανοητικών εξελίξεων μιας ιστορικής περιόδου σε μια ποιοτική έννοια «εποχής», «νοοτροπίας», «αισθητικής βούλησης» κ.ο.κ., με την οποία τίθενται διερευνητικά, ή προϋποτίθενται αξιωματικά, σαφείς και διακριτοί ισομορφισμοί ανάμεσα σε τομείς τόσο διαφορετικούς όσο οι τέχνες, οι επιστήμες, η φιλοσοφία, η πολιτική, η καθημερινή ζωή. Το Δάσος συμβόλων του ιστορικού της τέχνης Αντρέι Ποπ υποκύπτει πρόθυμα σε αυτόν τον πειρασμό, αναζητώντας στον ύστερο 19ο αιώνα τον έναν Συμβολισμό μέσα και πέρα από τις πολλαπλές ομωνυμίες του: τη συμβολιστική τέχνη και λογοτεχνία, τη μαθηματική και προτασιακή λογική, τη μεταρομαντική φιλοσοφία της γλώσσας και τη γεννώμενη σύγχρονη γλωσσολογία.
Ο συγγραφέας, λοιπόν, δεν αρκείται σε μια επίδειξη ευρυμάθειας στο πεδίο που κυρίως διακονεί, αλλά αναλαμβάνει ενσυνείδητα το ρίσκο να ανοιχτεί στο ταραγμένο πέλαγος των γνωσιολογικών και γλωσσολογικών ερευνών που θεμελίωσαν τη «θεωρητική φιλοσοφία» της λεγόμενης αγγλοσαξονικής παράδοσης, προσπαθώντας να εντοπίσει κατά την περιπλάνησή του το σημείο εκείνο στο οποίο καλλιτέχνες, λογοτέχνες, μαθηματικοί και φιλόσοφοι μπόρεσαν εν αγνοία τους –ή έστω θα μπορούσαν δυνητικά, υπό το πρίσμα μιας εκ των υστέρων ερμηνείας τους– να συγκλίνουν σε μια λίγο-πολύ κοινή αντίληψη του «συμβόλου» και της «εικόνας» (οι όροι χρησιμοποιούνται περίπου ως συνώνυμοι από τον Ποπ, σε ένα πολύ πυκνό, και γι’ αυτό αρκετά θολό, συνεχές που περιλαμβάνει επίσης την «αλληγορία»). Η κοινή αυτή αντίληψη, αν ανασυγκροτηθεί, ελπίζεται ότι θα λειτουργήσει σαν κλειδί για την κατανόηση της «στιγμής» του Συμβολισμού, όχι πλέον ως κινήματος που διασχίζει τους επιμέρους πνευματικούς κλάδους μιας περιόδου, αλλά ως ιστορικά καθορισμένης απάντησης στο υπεριστορικό ερώτημα του «νοήματος», το οποίο μόνο ακινητοποιούμενο όπως εδώ, σε μια διευρυμένη συγχρονία, μπορεί να διασαφηθεί προσωρινά. Υπάρχει στα παραπάνω ένας ομολογημένος αναδιπλασιασμός, μια αυτοαναφορικότητα που πηγάζει από την ταύτιση της μεθόδου με το αντικείμενό της – με τα λόγια του Ποπ: «Ο συμβολισμός στην τέχνη και την επιστήμη συνδέεται, διόλου συμπτωματικά, με την εμφάνιση της ιστοριογραφίας της τέχνης. Η ιστορία της τέχνης αποτελεί ένα συμβολιστικό εγχείρημα, υπό την έννοια ότι αναζητεί το πώς και το γιατί του εικονογραφικού νοήματος. Μοιράζεται με τον συμβολισμό τη δυσκολία κάθε αναστοχαστικής πρακτικής: την απόκτηση μιας καθαρής θέασης του εαυτού» (σελ. 31).
Ο περί ου ο λόγος «εαυτός» έχει, πρώτα και κύρια, τη συμβολιστική σημασία της «υποκειμενικής παραμόρφωσης του αντικειμενικού» (σελ. 53), με την οποία μια σειρά από καλλιτέχνες και στοχαστές (ο Ποπ ξεχωρίζει ως ιδρυτικές φιγούρες την τριανδρία Εντγκαρ Πόου, Στεφάν Μαλαρμέ και Εντουάρ Μανέ – τον συγγραφέα, τον μεταφραστή και τον εικονογράφο του «Κορακιού») θέλησαν να αποδώσουν υποκειμενικό, μοιραία, νόημα σε μια, ακατάληπτη καθόσον ανείπωτη, πραγματικότητα, ελκυόμενοι ολοένα περισσότερο προς το μέρος της νοηματικής αντικειμενικότητας, ή προς μια Τρίτη Σφαίρα, μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, στην οποία η φιλοσοφία, από την εποχή των αρχαίων Στωικών το αργότερο, είχε τοποθετήσει το πεδίο της «λεκτής» αλήθειας ως αντικειμενικά υπαρκτής διυποκειμενικότητας. Από αυτή την άποψη, ο Βαν Γκογκ, ο Καγεμπότ, ο Μπρακεμόν, ο Οντιλόν Ρεντόν και ο Σερά, ο Φρέγκε, ο Ερνστ Μαχ, ο Ουίλιαμ Τζέιμς, ο Βιτγκενστάιν και ο Μπέρτραντ Ράσελ, άλλοι με τις συναισθηματικά φορτισμένες ή/και χρωματικά επεξεργασμένες και τυποποιημένες εικόνες και μυθοπλασίες τους, και άλλοι με τις ψυχρές «εννοιογραφίες» τους ή με τις «πουαντιγιστικές» λογικές και φιλοσοφίες τους, μοιράζονται την ίδια μέριμνα: μια καθορισμένη άρνηση του ψυχολογισμού, έτσι ώστε η «ιδιωτική γλώσσα» του τελευταίου να γίνει όσο το δυνατόν πιο κοινοποιήσιμη.
Η εξιστόρηση αυτή είναι, φυσικά, η άκρως ενδιαφέρουσα, ενίοτε συναρπαστική και πάντα ερεθιστική αφήγηση μιας αποτυχίας: η κατάληξη του (ανεύρετου) Συμβολισμού στον (αζήτητο) Φορμαλισμό, στην τέχνη όσο και στην «επιστημονική» φιλοσοφία, υπενθυμίζει την τύχη που προορίζεται να έχει και κάθε απόπειρα εκ των υστέρων ανασύστασης του αρραγούς «νοήματος», σε έναν ή περισσότερους διανοητικούς κλάδους, πόσο μάλλον σε μια ολόκληρη και ιδανικά ενιαία «εποχή». Ως διέξοδος από τις συμπληγάδες, απομένει ο σταθερά επίκαιρος μοντερνισμός – ο οποίος όμως είναι, ως γνωστόν, άλλη ιστορία.
