Πώς κατάντησα έτσι; Πώς μου την έφερε έτσι η ζωή, με τόσο δολερό τρόπο, ώστε να γίνω ένας από τους παλιάτσους της;[…] Ο κλοσάρ Σάμυ, φαφούτης, με το κεφάλι σκυφτό μες στη σούπα. Ο Λάκυ του Πότσο, μην περιμένοντας πια τίποτα». Μονολογεί φυσικά ο συγγραφέας Σάμιουελ Μπάρκλεϊ Μπέκετ (1906-22.12.1989), 83 ετών τώρα, «γέρικο απολειφάδι» ανάμεσα σε άλλα «ανήμπορα γερόντια».
Θραύσματα από την πρώτη εμφάνιση της Μαϊλίς Μπεσερί (1982) η οποία διηγείται μυθοπλαστικά τους τελευταίους μήνες της ζωής τού Μπέκετ, αρχικά στον οίκο ευγηρίας Résidence Tiers Temps (τρίτη ηλικία και… παράταση) κι έπειτα στο νευρολογικό τμήμα του Νοσοκομείου Sainte-Anne. «Προσπάθησα να αποδώσω τον Μπέκετ», σημειώνει, «ως ένα πρόσωπο που αντιμετωπίζει το τέλος του, όμοιο με τα πρόσωπα που ενοικούν στο έργο του».
Το μυθιστόρημα δομείται γύρω από μοναχικές διανοητικές κρίσεις, απότομες εναλλαγές σκοταδιού και φωτός (ταφής και ανάστασης, πτώσης και έγερσης). Η μονολογική αφήγηση, γεμάτη αναφορές στο μπεκετικό corpus και λογοπαίγνια (επαρκώς υπομνηματισμένα στις σημειώσεις της εξαίρετης μετάφρασης), παρακολουθεί τη διανοητική υπερπροσπάθεια ενός μυαλού που βυθίζεται προοδευτικά στο σκοτάδι, κολυμπώντας σ’ ένα είδος νεκρού χρόνου. Εξ ου ο άχρονος ενεστώτας που, όταν δεν αφηγείται όνειρα, μετατρέπει παραγράφους σε αποσπασματικά δοκίμια μπεκετικής ποιητικής. Σελίδες από τον ιατρικό φάκελο του ασθενή και σημειώσεις νοσηλευτών εναλλάσσονται με τα μονολογικά τμήματα στις τρεις διαδοχικές χρονικές παρατάσεις/μέρη του μυθιστορήματος.
Η αφήγηση, γεμάτη χιούμορ και αυτοσαρκασμό (μια «σούπα γαλλοϊρλανδικών σκέψεων»), ανοίγει ανακαλώντας την αρχή του Μολόι (1951) και τον συγγραφέα ν’ αρμαθιάζει λέξεις καθώς παρατηρεί τη σταδιακή παρακμή του σώματός του. Tο παρελθόν εισβάλλει: η αγαπημένη σύζυγος (Σούζαν), η σχέση με τη μητέρα του (Μέι), η φωνή του Τζόις, η εικόνα της λατρεμένης (Λουτσία), όλοι τους από καιρό στον άλλο κόσμο. Μόνο αυτός πίσω να ακούει «ό,τι έχει ήδη ακούσει» προσπαθώντας να γράψει: «Που δεν μπορώ πια να γράψω. Που δεν γράφω πια» (Παράταση Πρώτη: 25.7-6.8.1989).
Ο προοδευτικός περιορισμός, όπως αυτός του Μαλόν (1952), στο δωμάτιό του, μεταμορφώνει τον συγγραφέα σε «μοναχικό αρουραίο» που σκάβει όλο και πιο βαθιά στη μνήμη: τα καλοκαίρια στο εξοχικό, τα χρόνια της Αντίστασης, και πάντα εκείνη «η μαυρίλα» της μητέρας που έσπειρε «τα νοσηρά άνθη της» στην ψυχή του (Παράταση Δεύτερη: 9-25.8.1989).
Στην Τρίτη Παράταση (8-11.12 1989), ο άλλοτε υπερδραστήριος Σαμ είναι πλέον «φυτό», σε βαθύ κώμα. Ενα μάτσο κόκαλα στο κρεβάτι, που παλεύουν με τη λάσπη των λέξεων. Οπως ο Ακατονόμαστος (1953), «μια φωνή στο σκοτάδι».
Οταν το τέλος πλησιάζει, όλα γίνονται σκόνη ή «κομφετί» όπως οι φωτογραφίες που σκίζει ο άντρας (Μπάστερ Κίτον) στο βωβό Φιλμ που σκηνοθέτησε ο Μπέκετ το 1965. Οι σεναριακές οδηγίες του τέλους που σχολιάζονται από την παροξυσμική υπερσυνείδηση του συγγραφέα σηματοδοτούν τη στιγμή ακριβώς πριν από τον θάνατο, όταν και βλέπει κανείς σαν ταινία όλη του τη ζωή… Το βιβλίο ανακεφαλαιώνει με γνώση και συγκίνηση τα έργα και τις (ευτυχισμένες) μέρες του Μπέκετ, καθώς και τη συγγραφική πορεία από τα πρώιμα «περιπετειώδη» μυθιστορήματα με υποτυπώδεις έστω πρωταγωνιστές όπως ο Μέρφι ή ο Βατ και οι Μολόι και Μαλόν μέσω της τομής του Ακατονόμαστου (1953: «αυτό που συμβαίνει είναι λέξεις») ώς τα όλο συντομότερα «μαύρα» κείμενα της ύστερης περιόδου, εκεί όπου πλέον «θροΐζει» μια απελπισμένη ανώνυμη φωνή που παλεύει με τον θάνατο, με το αδιάκοπο σφυροκόπημα του λόγου που δεν μπορεί αλλά πρέπει να συνεχιστεί.
Ποιος φαντάζεται πιο μπεκετικό τέλος από την προτροπή «Σκούξε, γερο-Σαμ μου, σε όποια γλώσσα λάχει!… Φώναξε αν ακόμα μπορείς»; Εδώ, ο μονόλογος, που συγχρόνιζε έκφραση και εμπειρία και εγκολπωνόταν το δεύτερο πρόσωπο, φτάνει στα όριά του και μια τρίτη φωνή εμφανίζεται: «Προς τι να αφηγηθείς το τέλος; Δεν υπάρχει κάτι να αφηγηθείς. Ο,τι εξιστορούμε έχει πάντα συμβεί νωρίτερα. Ή μόλις πριν από λίγο. Αλλά πάντα πριν. Το τέλος δεν το ξέρουμε. Και το πριν από το τέλος δεν έχει καμία σημασία. Δεν υπάρχει τίποτα, παρά να περιμένεις».
Η διανοητική αυτοπροσωπογραφία που φαντάστηκε η συγγραφέας [στην παράδοση σχετικών κειμένων από τις Τελευταίες μέρες του Ιμάνουελ Καντ (Τόμας Ντε Κουίνσι, 1827) και το Θάνατο του Βιργιλίου (Χέρμαν Μπροχ, 1945) ώς τις Τελευταίες μέρες του Μποντλέρ (Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, 1988) και τους Φανταστικούς θανάτους (2003) του Μισέλ Σνεντέρ] είναι το πρώτο μέρος μιας εν προόδω «Ιρλανδικής Τριλογίας». Το μυθιστόρημα για τον Μπέκετ εκδόθηκε το 2020 και τιμήθηκε με το Βραβείο Γκονκούρ πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Ηδη κυκλοφορεί το δεύτερο μέρος, με κεντρικό χαρακτήρα τον φασματικό Γέιτς (Σκόρπιοι έρωτες, 2022). Προφανώς το αναμένουμε!
