Ποια ήταν η πολιτική δράση του Βύρωνα πριν φτάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα και πώς καταλήγει στη χώρα; Ποια θέση έχει και πώς λειτουργεί η ειρωνεία στο έργο του; Πώς αντανακλάται –ή όχι;– ένας τέτοιος σύνθετος και αντιφατικός τύπος δημιουργού στους εμβληματικούς χαρακτήρες των έργων του Γκιαούρ, Τσάιλντ Χάρολντ, κ.ά; Τι αλλάζει στη συνέχεια και πώς χειρίζεται ανατρεπτικά τον ρομαντικό εγωτισμό ο Βύρων στο Δον Ζουάν; Τα παραπάνω είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο Διονύσης Καψάλης στο 76 σελίδων δοκίμιό του έχοντας επίκεντρο τη βυρωνική ειρωνεία στον Δον Ζουάν, το έργο κορύφωση και ταυτόχρονα ρήξη με τα προηγούμενα του Βύρωνα.
Το δοκίμιο θέτει αναγνωστικούς όρους για μια διευρυμένη πρόσληψη του Βύρωνα σε πολλά επίπεδα λειτουργώντας συνδυαστικά στην εκδίπλωση της προσωπικότητας του ποιητή και στην εξέλιξη του έργου του και εκθέτοντας παράγοντες που συνέβαλαν στη συγκρότηση του γεμάτου αντιθέσεις χαρακτήρα του ποιητή: η πολιτική του δράση ενάντια στην υποκρισία και τον αγγλικό συντηρητισμό, η φιλία του με τον Σέλεϊ, η πρώιμη επιτυχία του, η λατρεία του κοινού, η διαχείριση της τρομερής διασημότητας.
Ο Καψάλης αξιοποιώντας τη βυρωνική φιλολογία διέρχεται σύντομα αλλά κατατοπιστικά την προοδευτική στάση και τη δράση του λόρδου-βουλευτή που εντέλει, ενώ αποδεικνύεται αριστοκρατικός, «διστακτικός ριζοσπάστης» κατά τον Beaton, καταλήγει να θεωρείται το πρότυπο του εξεγερμένου και ο απόλυτος εισηγητής του ρομαντικού χαρακτήρα, γνωστού ως «βυρωνικού» ήρωα. Νωρίς διάσημος, επινοεί και επανεπινοεί τον εαυτό του (σ. 37) σχεδόν ταυτισμένος με το μοντέλο των ηρώων του σε μια σύμπραξη λογοτεχνικής τάσης (ρομαντισμού), προσωπικότητας του δημιουργού (ρομαντική ιδιοφυΐα) και δημοσιότητας (celebrity του καιρού του).
Η ελληνική πρόσληψη του Βύρωνα γενικά εδραιώθηκε στην αυτοθυσία του και τον φιλελληνισμό εξιδανικεύοντας συχνά τόσο το πρόσωπο όσο και το έργο, ωστόσο η λογοτεχνική σχέση πέρασε από διαφορετικές φάσεις στον 19ο αιώνα: από την ανάγκη απόσεισης των «κατηγοριών» για τους νεοέλληνες απογόνους των αρχαίων έως τη ροϊδική αποδοχή του «Tis Greece, but no more!». Η Αθηνά Γεωργαντά ασχολήθηκε με τους ελληνικούς λογοτεχνικούς τύπους-παράγωγα της βυρωνοληψίας και απέδειξε την ισχύ του επιθέτου «βυρωνομανής» που ο Παλαμάς προσήψε στην ελληνική ποίηση του 19ου αιώνα. Ο Καψάλης, στη βάση διερεύνησης της βυρωνικής ειρωνείας, κάνει λόγο για την επιδραστικότητα του Βύρωνα, ιδίως τη σχέση με τη σολωμική ποίηση (σ. 16–27) αλλά και για το βυρωνικό έργο ως συνιστώσα της διαμόρφωσης του χαρακτηρισμού «εθνικός ποιητής». Η βαρύτητα ωστόσο ενός τέτοιου τίτλου στο νεοπαγές ελληνικό κράτος απέκλεισε τον δραστικά σατιρικό Δον Ζουάν. Η εξήγηση βρίσκεται στην ίδια την καταστατική σύνθεσης του έργου.
Ο υποκειμενισμός της μεγαλοφυΐας και η αντικειμενική επική αφήγηση συγκρούονται για να αποδώσουν τη γέννηση της σατιρικής εποποιΐας Δον Ζουάν. Ο Καψάλης ανιχνεύει το πώς στοιχειοθετήθηκε η πορεία έως το κορυφαίο αυτό έργο του Βύρωνα και καταθέτει παράγοντες που οδήγησαν στην ειδολογική επιλογή και τους τρόπους που αξιοποίησε ο Βύρων σε αυτό, επιδιώκοντας να επαναπροσδιορίσει τους ίδιους τους όρους σύνθεσης: το έπος και η μυθιστορία σε σύζευξη έμμετρης επικής αφήγησης (σ. 47) εκ παραλλήλου με την υπονόμευση του άκρως επιδραστικού ρομαντικού προτύπου του ήρωα που ο ίδιος ο Βύρων έπλασε. Η διάβρωση είναι διπλή: των αναπαραστάσεων αυτού του μοντέλου που συνάπτεται με την ειρωνική διάβρωση (όχι η ανατροπή) του ρομαντισμού. Στον Δον Ζουάν η προφανής διαρκής διάσταση που διατρέχει το έργο ανάμεσα στις φωνές, του αφηγητή και του ήρωα, ανάμεσα στο αναπαριστώμενο πρόσωπο και τον συνειδητά αντιηρωικό (αντιβυρωνικό) δημιουργό παράγουν μια βαθιά δομική (αυτο-)ανατρεπτική ειρωνεία: ο Βύρων ως αντι–Βύρων.
Ο θάνατος του Βύρωνα, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Καψάλης, ύψιστη αυτοθυσία, εντάσσεται περισσότερο στον κύκλο της ειρωνείας που διέπει το σατιρικό έπος του και λιγότερο στο πάθος των άλλων ηρώων του. Ερχεται δε παραδόξως να συντονίσει ζωή και έργο με τον τρόπο που συνέβη σε όλη σχεδόν την πολιτική ή λογοτεχνική δράση του λόρδου.
Το δοκίμιο, πέρα από τα παραπάνω, επαναφέρει, εμμέσως βέβαια, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα των μεταφράσεων του βυρωνικού έργου. Οσο κι αν μονογραφίες, βιογραφίες και μικρότερα μελετήματα, και λόγω επετειακής συγκυρίας (ακόμη και το 46ο Διεθνές Συνέδριο για τον Λόρδο Μπάιρον του 2021), εμπλούτισαν το πεδίο (εξετάζοντας όμως κυρίως το πρόσωπο του Βύρωνα, αν και στην πλειονότητά τους σε πραγματικές και όχι μυθοποιημένες διαστάσεις), απουσιάζουν σύγχρονες μεταφραστικές απόπειρες ολόκληρων έργων: εκδόσεις εξαντλημένες αναμένουν δραστικές αναθεωρήσεις και κυρίως νέες μεταφράσεις με σχόλια φαίνονται αναγκαίες.
