Περιμένοντας μέχρι το τέλος της ένατης δεκαετίας της ζωής του για να κάνει βιβλίο την ενασχόλησή του με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Φρέντρικ Τζέιμσον ανέβαλε όσο περισσότερο μπορούσε την ταύτιση της γραφής του με την ανάγνωση ενός από τους σημαντικότερους στοχαστές για την πνευματική του συγκρότηση και διαδρομή, και κατεξοχήν «γραφόμενου» συγγραφέα, όπως λέει – τόσο γραφόμενου όσο και ο ίδιος, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε. Τα Αρχεία Μπένγιαμιν έχουν πράγματι κάτι το οργασμικό –ο Ρολάν Μπαρτ θα το εκτιμούσε δεόντως–, έτσι όπως μπαίνουν στα κυριότερα αλλά και σε ήσσονα κείμενα του Μπένγιαμιν, για να αναπτύξουν μέχρι τέλους την εσωτερική λογική τους, μακριά από πρόχειρες βιογραφικές περιοδολογήσεις (ο «νεαρός ιδεαλιστής» και ο «ώριμος μαρξιστής» Μπένγιαμιν) όσο και από συνθετικές εκ των υστέρων αφηγήσεις για τη σκέψη ενός απαράμιλλου θεωρητικού που περισσότερο από καθετί μίσησε τη συνέχεια στο παρόν του, της θεωρίας συμπεριλαμβανομένης.
Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Τζέιμσον στήνει μια οργανωμένη περιπλάνηση στα «Benjamin Files» του τίτλου, διαβάζοντας εκ του σύνεγγυς κείμενα και συνταιριάζοντας τις κατασκευαστικές αρχές τους, δείχνοντας πώς η μία μετατρέπεται στην άλλη και πώς όλες μαζί συνυφαίνονται σε ένα παλλόμενο πρόγραμμα, μια φιλοσοφία, αν θέλει κανείς να το πει πιο παραδοσιακά, που, κι αν (ή ίσως ακριβώς επειδή) προέρχεται από έναν άνθρωπο της θεωρίας, είναι ένα διαρκές κάλεσμα για δράση, ανάκτηση της αλλοτριωμένης εμπειρίας του σύγχρονου καπιταλισμού, μεσσιανική έξοδο από το καταραμένο σύμπαν της αυτοαναπαραγόμενης ταυτότητας. Κορύφωση του προγράμματος του Μπένγιαμιν και της (μετα)γραφής του από τον Τζέιμσον είναι βέβαια οι περίφημες Θέσεις «για την έννοια της ιστορίας», καταληκτική και πιθανώς πιο κατασταλαγμένη ενότητα του βιβλίου – το ουσιώδες όμως είναι η διαδικασία μέχρι εκεί.
Ανένδοτος στις γλωσσο-λογοτεχνικές εμμονές του, ο Τζέιμσον αρχίζει με τη «χωρική φράση» του Μπένγιαμιν, το στοιχειώδες σωματίδιο του ύφους του, μιας αφηγηματικής flanêrie χωρίς έγνοιες χρονικής ενότητας ή ενοποίησης. Η φράση αυτή είναι η μετεξέλιξη της «μη αισθητηριακής ομοιότητας», όπως ορίζει από πολύ νωρίς ο Μπένγιαμιν τη μίμηση, και ταυτόχρονα η προδρομική μορφή της πολύ γνωστότερης «διαλεκτικής εικόνας» των ύστερων κειμένων του για τον Μποντλέρ και το Παρίσι του 19ου αιώνα. Η προφανής απορία πώς μια «χωροποιημένη» έκφραση μπορεί να πραγματευτεί ιστορικά, δηλαδή χρονικά αντικείμενα, βρίσκει αμέσως απάντηση από τον Τζέιμσον, με την παράθεση (που θα πει: την αναγνωστική ανάδειξη και σύνταξη) του επόμενου συμπλέγματος εννοιών: αλληγορία, αστερισμός, μοντάζ – όροι όχι ακριβώς συνώνυμοι με την τρέχουσα έννοια, που παραπέμπουν ωστόσο σε ένα κοινό «όνομα» (σύμφωνα με έναν από τους βασικότερους «κώδικες» που χρησιμοποιεί εφ’ όρου ζωής ο Μπένγιαμιν: τη θεολογία), το οποίο μπορεί να βρει εφαρμογή από τον Μπρεχτ έως τον Ντελέζ, εκτιμά ο Τζέιμσον, που προτάσσει εδώ όπως και αλλού μία από τις αγαπημένες φιλοσοφικές αναφορές του.
Ιδια μέθοδος και με τις υποκειμενικότητες του Μπένγιαμιν: από το παιδί μέχρι τις καφκικές φιγούρες και από την πόρνη μέχρι τον ιστορικό υλιστή, ο flâneur της γλώσσας και αλληγοριστής-μοντέρ της ιστορίας ενσαρκώνεται σε εκδοχές ενός μη εγώ (ο Μπένγιαμιν υπερηφανευόταν ότι είχε καταργήσει το γραμματικό «εγώ» στα γραπτά του) που δηλώνει την απεριόριστη αλληλεγγύη με τα εκπραγματισμένα όντα της εποχής του εμπορεύματος, στα όρια της ταύτισης με τον καταπιεστή, αντέτεινε ο Αντόρνο, στην καρδιά της «απρόσμενης δύναμης του απρόσωπου να εκφράζει το ανοίκειο» (σ. 213), στο οποίο περιέχεται ανεξαιρέτως το ανώνυμο συλλογικό, αντιτείνει ο Τζέιμσον στον Αντόρνο. Ετσι οδηγούμαστε με ακρίβεια στο σημείο μηδέν μιας γραφής που έγινε πλήρως ζωή: στον «πολιτικό» Μπένγιαμιν, για τον οποίο η αμφισημία της στράτευσης και της κριτικής είναι αναπόδραστη και πολύτιμη, καθώς δεν μπορεί και δεν πρέπει ποτέ να λύνεται θεωρητικά και ατομικά, αλλά μόνο πρακτικά και συλλογικά (γι’ αυτό η αντινομία της «αύρας», ή της αισθητικοποίησης και της πολιτικοποίησης, στο διάσημο δοκίμιο για «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής του αναπαραγωγιμότητας» είναι αξεπέραστη όσο και ηθελημένη). Η τελευταία λέξη είναι τόσο μόνο αισιόδοξη: η ελπίδα, καλώς ή κακώς, είναι «όχι για εμάς», αλλά για την ιστορία.
