«Ανάμεσα σε αποτοξινώσεις, φυλακές και τελετές βράβευσης, όλη μας η οικογένεια έμαθε να χορεύει: στις παραλίες, μέσα στα μουσεία, σε εστιατόρια και κλαμπ σαν να μας ανήκαν, με πρεζόνια και νταβατζήδες, με πρίγκιπες και αθώους. Το θέμα είναι ότι αν άρχιζα να αφηγούμαι την ιστορία της Λουσία, ακόμα και από τη δική μου οπτική γωνία (αντικειμενική ή όχι), θα φάνταζε σαν μαγικός ρεαλισμός. Με κανέναν τρόπο δεν θα γινόταν πιστευτό αυτό το χάλι», γράφει ο Μαρκ Μπερλίν, γιος της Λουσία Μπερλίν (1936-2004), Αμερικανίδας διηγηματογράφου που δεν γνώρισε την αναγνώριση παρά το 2015, όταν κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη μια ανθολογία διηγημάτων της με τίτλο «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς», αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.
Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Στερέωμα, οι οποίες εξέδωσαν φέτος τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Βράδυ στον Παράδεισο», σε μετάφραση και πάλι της Κατερίνας Σχινά. Στο διήγημα «Χριστούγεννα. Τέξας. 1956», μια γυναίκα παρακολουθεί τις ετοιμασίες για τη γιορτή των Χριστουγέννων από τη στέγη του σπιτιού της παρέα με το γεμάτο ουίσκι φλασκί της. Με τη βοήθεια μιας μπαλαντέζας έχει στήσει εκεί ένα μικρό νοικοκυριό: ραδιόφωνο, ηλεκτρική κουβέρτα, σταυρόλεξα κι ένα ουροδοχείο. Σκέφτεται να μην κατέβει ποτέ. Στο «La barca de la ilusion», η Μάγια σκοτώνει τον έμπορο ναρκωτικών που απειλεί να ξανατραβήξει τον άντρα της σε παλαιότερες έξεις, βάζει τον νεκρό άντρα σε μια βάρκα κι όταν φτάνει στα βαθιά, αδειάζει το πτώμα στο νερό. Στο διήγημα «Σύζυγοι», δύο γυναίκες πίνουν μέχρι τελικής πτώσης, ανασκαλεύοντας αναμνήσεις από τον κοινό πρώην σύζυγό τους. Εχουν παρομοιάσει τη Λουσία Μπερλίν με τον Ρέιμοντ Κάρβερ, ίσως λόγω του αλκοόλ που ρέει σαν ποτάμι στις σελίδες τους, όμως αυτή η σύγκριση είναι κατά τη γνώμη μου καταχρηστική καθώς η Μπερλίν αποτυπώνει –ενίοτε με αρκετό χιούμορ– τη γυναικεία κυρίως ματιά πάνω στη σύγχρονή της πραγματικότητα. Ετσι, στα διηγήματά της, όπου κυριαρχούν τα στοιχεία της περιπέτειας, του πάθους, της σαγήνης και συχνά της βίας, παρακολουθούμε τον αντίκτυπό τους στον κόσμο των γυναικών.
Σε πολλά από αυτά συναντούμε ενδιαφέροντες καλλιτέχνες που ασχολούνται με την τζαζ ή την ποίηση, ενώ οι γυναίκες τους είναι εγκλωβισμένες στη μειονεκτική θέση της υποστηρικτικής νοικοκυράς, όπως στο «Οδός Λιντ, Αλμπουκέρκη», όπου ένας πρωτοποριακός γλύπτης προσπαθεί να «σμιλέψει» τη γυναίκα του, σαν να είναι ένα από τα δημιουργήματά του. Στον «Κηδεμόνα του αδελφού μας», μια φίλη της δολοφονημένης Σάρα έρχεται σπίτι της ως καθαρίστρια για να εξιχνιάσει τα αίτια του θανάτου της. «Ξέρετε πώς είναι όταν μια φίλη είναι ερωτευμένη. […] Λέμε πως είναι υπέροχο που είμαστε αυτεξούσιες, που η ζωή μας είναι γεμάτη. Ομως εξακολουθούμε να το θέλουμε, να το επιζητούμε. Το ειδύλλιο. Οταν η Σάρα στριφογυρνούσε στην κουζίνα μου χαχανίζοντας: “Είμαι ερωτευμένη. Το πιστεύεις;”, χαιρόμουν για κείνην. Ολες χαιρόμασταν. Ο Λίον ήταν γοητευτικός. Μορφωμένος, σέξι, συγκροτημένος. Την έκανε ευτυχισμένη. Τον συγχωρούσαμε όπως κι εκείνη. Χαμένα ραντεβού, δυσάρεστα λόγια, αδιαφορία, ένα χαστούκι. Θέλαμε να πάνε όλα καλά.
Ολες θέλαμε να πιστεύουμε ακόμη στον έρωτα». Η Μπερλίν ανήκει στην μποέμ γενιά του ’60 και του ’70, μια γενιά γυναικών που η παραδοσιακή, συντηρητική τους ανατροφή αναμετρήθηκε με τα νέα ιδεώδη περί ισότητας και ανεξαρτησίας, τα οποία δεν είχαν προλάβει ακόμα να αναμορφώσουν την κοινωνία μέσα στην οποία αναγκάστηκαν να ζήσουν. Ωστόσο, οι ηρωίδες της Μπερλίν δεν έχουν πάντα τη θέση του θύματος. Υπάρχουν και αυτές, όπως στο «Η ζωή μου, ανοιχτό βιβλίο», όπου μια χωρισμένη γυναίκα με τέσσερα παιδιά ζει ελεύθερα, σύμφωνα με τις επιθυμίες της, προκαλώντας τα βλοσυρά βλέμματα των συγχωριανών της. Εχοντας η ίδια τρία διαζύγια και τέσσερις γιους μέχρι την ηλικία των τριάντα, εικάζουμε ότι το διήγημα αυτό καθώς και άλλα που στηρίζονται στην περιπετειώδη της ζωή (αμέτρητες μετακομίσεις, αποτοξινώσεις, αλλαγές επαγγέλματος) έχουν αυτοβιογραφική ρίζα. Ομως, όπως γράφει ο γιος της στον πρόλογο, «οι οικογενειακές μας ιστορίες και αναμνήσεις σιγά σιγά αναδιαμορφώθηκαν, εξωραΐστηκαν και δουλεύτηκαν, σε βαθμό που ποτέ δεν είμαι σίγουρος τι πραγματικά συνέβη. Η Λουσία έλεγε ότι αυτό δεν είχε σημασία: το ουσιαστικό ήταν η ιστορία».
