Στις Εξόριστες βασίλισσες, η Αννα Γρίβα επιστρέφει στην οικεία για τη γραφή της αρχαία και μεσαιωνική ιστορία, απ’ όπου αντλεί τους ήρωες και τις ηρωίδες της, με βασικές πρωταγωνίστριες την αυτοκράτειρα του 5ου αι., Αθηναΐδα-Ευδοκία, και την κόρη της, Ευδοξία. Αξιοποιώντας στοιχεία της ιστορικής έρευνας, η μυθοπλασία ανασυνθέτει μία προς μία τις ψηφίδες του παρελθόντος, για να ανακινήσει θέματα που διατηρούν ακόμη και σήμερα το ιδεολογικό ενδιαφέρον τους, όπως η θέση της γυναίκας στο Βυζάντιο, ο ταυτοτικός αυτοπροσδιορισμός, οι ανισότητες των φύλων, οι ανέφικτοι έρωτες, η βίαιη επικράτηση του χριστιανισμού στον αρχαίο κόσμο και η ασυνέχεια αρχαίου και βυζαντινού κόσμου.
Η Αθηναΐς-Ευδοκία είναι Αθηναία παγανίστρια, που από μια συγκυρία της τύχης γίνεται αυτοκράτειρα. Εκτοτε αγωνίζεται για τη διατήρηση της ελληνικής παιδείας, συγκρούεται με το περιβάλλον της και τελικά καταφεύγει στους Αγίους Τόπους και στις ερήμους (μια φυγή δυσεξήγητη κατά πολλούς ιστορικούς), όπου και πεθαίνει ως μια «εξόριστη» βασίλισσα. Η Ευδοξία, κόρη της Ευδοκίας, που έζησε για χρόνια αιχμάλωτη των Βανδάλων στην Αφρική, είναι εκείνη που ανακαλύπτει το ημερολόγιο της μητέρας της και έτσι παρακολουθούμε παράλληλα τη δική της ζωή και τη ζωή της μητέρας της.
Διαβάζουμε μέσα στο μυθιστόρημα τις σκέψεις της Ευδοξίας: «Τι να σημαίνει στ’ αλήθεια ελευθερία; Το έμαθε ποτέ; Πώς θα μπορούσε να γνωρίζει την ελευθερία μια γυναίκα σαν εκείνη, που την αρραβωνιάσαν δυο ετών, που με ακρίβεια όρισαν το ριζικό της, που δεκαπέντε ετών την έστεψαν Βασίλισσα στο πλάι ενός αγνώστου; Που έπρεπε να αγαπήσει αυτόν τον άγνωστο, και το έκανε. Που έπρεπε να γεννήσει απογόνους και το έκανε. Που έπρεπε να εκδικηθεί τον φόνο του Βασιλιά και το έκανε. Γιατί κατά βάθος εκδικήθηκε όλη αυτή τη μάταιη τάξη ενός κόσμου που δεν της ανήκε».
Μέσα σε μια έντονη και ανατρεπτική δράση, αφομοιώνεται η ψυχογραφική δύναμη και η περιρρέουσα μελαγχολία των ανθρώπων μιας μεταβατικής εποχής. Ας δούμε την περίπτωση της Πουλχερίας, της αυστηρής και απρόσιτης αδερφής του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β΄, η οποία στην πραγματικότητα συνετέλεσε στο να γίνει η Αθηναΐς αυτοκράτειρα. Λέει η Πουλχερία απευθυνόμενη στην Αθηναΐδα, καθώς βρίσκονται μαζί στο μπαλκόνι του ανακτόρου: «Κάθε μέρα πριν ξημερώσει έρχομαι εδώ. Κάθομαι και παρατηρώ πώς σιγά σιγά η σιωπή μετατρέπεται σε βοή και η ακινησία σε κίνηση.
Δεν ατενίζω τον κόσμο από ψηλά για να νιώσω ότι είμαι η βασίλισσά του, αλλά για να δραπετεύσω από τη μοναξιά που μου επιβάλλει η θέση μου. Εχουμε κάτι που μας ενώνει εμείς οι δύο. Είμαστε μόνες και ζητάμε το αδύνατο: να γίνουμε κύριες του εαυτού μας με κάθε κόστος». Ανάλογη περίπτωση η Αμπάρ, που εκδιώχθηκε από τον τόπο της στις εκβολές του Νείλου: «Είναι παράξενο, έφυγα για να γλιτώσω από έναν άντρα που σιχαινόμουν και κατέληξα να δίνομαι σε αμέτρητους άντρες που μου προκαλούσαν την ίδια αηδία. Κι όμως, έτσι μπορούσα να ελπίζω ότι κάποτε θα γλίτωνα, ενώ εκείνος ο γάμος θα ήταν για μένα τάφος».
Το μυθιστόρημα κρατά τις σωστές συναισθηματικές θερμοκρασίες. Η ένταση δεν παραδίδεται στη σαγήνη του μελοδράματος. Το συναίσθημα εντέλει γεννιέται σαν φυσικό και αβίαστο αποτέλεσμα της αναγνωστικής πράξης, με τη μορφή μιας παρατεταμένης συγκίνησης. Στη μνήμη μένει αναλλοίωτη η Αθηναΐδα-Ευδοκία, η γυναίκα που αγωνίστηκε για τη γνώση και την ελευθερία και μπόρεσε «έστω αργά, έστω κρυφά, να ορίσει το όνομά της· να ορίσει την πραγματική της ταυτότητα». Εμείς, ως αναγνώστες και αναγνώστριες, πάντα θα αναρωτιόμαστε αν απέχουν οι ιστορίες αυτών των γυναικών του παρελθόντος από το παρόν και το μέλλον κάθε ανθρώπου που παλεύει να ορίσει ο ίδιος τη ζωή του, μέσα σε έναν άνισο και ζοφερό κόσμο.
