Γεννήθηκε πάνω στο πλοίο «Ευαγγελίστρια», που μετέφερε ξεριζωμένους από την προκυμαία της Σμύρνης, αμέσως ύστερα από τη μικρασιατική εμπλοκή. Αρμένισσα. Η μητέρα της, οι δύο αδελφές της, ο οκτάχρονος αδελφός είδαν να σφάζουν τον πατέρα μπρος στα μάτια τους – «να πετσοκόβουν τον πατέρα». Υστερα, Πειραιάς, «τρεις μέρες κάναμε να φτάσουμε», όπως διά χειρός Σερέφα, ακούμε έναν μούτσο του πλοίου. Κοκκινιά, άλλο οδόσημο ζωής της Μαρίκας Νίνου, τότε, ακόμα, Ευαγγελίας Αταμιάν, από το επώνυμο της αρμένικης οικογένειας με την οποία έζησε στην Κοκκινιά. Δεκαεπτά χρόνων.
Γάμος με τον συμπατριώτη της κλειδαρά Χάικ Μεσοπιάν. Παλιά Κοκκινιά, εκκλησία του Αγίου Ιακώβου, του Σούρα Αγκόπ: «Τ’ ακούω το έρμο να ψέλνει τα Ευαγγέλια κάθε Κυριακή και λιώνει το μέσα μου, παθαίνω μια ταραχή», δύο φίλες συνομιλούν και τις ακούμε σαν να ακούμε διάλογο σε θεατρικό έργο, αφού και θεατρικός συγγραφέας είναι ο Θεσσαλονικιός Σερέφας. Μετά, το 1945, την ίδια χρονιά που γεννήθηκαν ο Πάνος Γεραμάνης και η Αλέκα Κανελλίδου, μας θυμίζει ο συγγραφέας. Κοσμικό κέντρο «Σεπαρέ», ιδιοκτησίας Ιωάννη Περπερόπουλου, «Περπέρ». «Ντούο Νίνο και μισό».
Εκείνη, Ευαγγελία Νικολαΐδου πλέον, ύστερα από τον δεύτερο γάμο της –είχε χωρίσει το 1944–, εκείνος ο Νίκος Νικολαΐδης, και το μισό, το παιδί τους. Αρμοδίως ο εμμονικός εραστής της γραφής Σερέφας μάς πληροφορεί: «Η Μαρίκα και ο Νίνο αρχίζουν να εκτελούν ένα ακροβατικό νούμερο. Η Μαρίκα έρπει φιδίσια στο δάπεδο. Επειτα αναρριχάται σε δύο καρέκλες, τις οποίες ο Νίνο κρατά σε ισορροπία, τη μια πάνω στην άλλη.
Μετά η Μαρίκα δένει την άκρη τής επάνω καρέκλας από ένα σκοινί που κρέμεται από ένα δοκάρι της στέγης, ο Νίνο αφαιρεί την κάτω καρέκλα και αυτή προσποιείται πως κάθεται στην καρέκλα που αιωρείται στο κενό, ενώ εκείνος της δίνει τον μικρό γιο να τον κρατήσει στην αγκαλιά της, λέει κι ένα τραγούδι η κοπέλα. Ακατέργαστη φωνή, μα φωνή», η Φωνή της Μαρίκας, όπως την ονοματοδότησε η πεθερά της, θαυμάστρια της Μαρίκας Κοτοπούλη. 1948. Στελλάκης Περπινιάδης, κέντρο «Φλόριδα», Λεωφόρος Αλεξάνδρας. Μετά οι πρώτοι δίσκοι, Γιάννης Παπαïωάννου, Βασίλης Τσιτσάνης – πρώτα στου «Τζίμη του Χοντρού», στην οδό Αχαρνών 77, στη θέση της Σωτηρίας Μπέλλου, η οποία αποχώρησε όταν παρακρατικοί τής ζήτησαν να τραγουδήσει το «Του αητού ο γιος». 1948, «Θα σου πω το μεγάλο μυστικό». 1950, «Το βιτριόλι», «Η ταμπακέρα»… Ηχογραφεί 50 τραγούδια και το κοινό την αποθεώνει – η ουρά για του «Τζίμη» έφτανε μέχρι τον Αγιο Παντελεήμονα.
Ο λόγος στην ίδια «συνεντευξιαζόμενη» διά χειρός Σάκη Σερέφα: «Εγώ, όταν είμαι πλάι στον Τσίτση, τον γίγαντα Τσιτσάνη, νιώθω ότι ο άλλος που κάθεται στο τραπέζι κάτω μου δίνει την ψυχούλα του εκείνη την ώρα, πώς να σ’ το πω, σα να μου παραδίνεται, όπως το μωρό που βυζαίνει γλαρωμένο της μάνας του το γάλα». 1951. «Καλώς να μας έρθεις! […] Θα ψηφίζουν οι Ελληνίδες στις δημοτικές εκλογές; […] Η Βουλή ήδη το ενέκρινε!». Και η Νίνου: «Είμαι η γυναίκα που ψηφίζω». Και μετά, Οκτώβριος του 1951, συναυλία στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, Νίνου, Τσιτσάνης, Ευαγγελία Μαργαρώνη: «Ολοι τους θέλουν να βγουν μια φωτογραφία με την κυρία Μαρίκα και τον κύριο Βασίλη μετά το τέλος του προγράμματος». Και το σπίτι που τόσο επιθύμησε να χτίσει στο Αιγάλεω. Εκεί, στις 23 Φεβρουαρίου 1957, το πρωί, η Μαρίκα Νίνου έφυγε για Αλλού σε ηλικία 35 ετών.
Από τότε, η Μαρίκα Νίνου, που ενέπνευσε τον Κώστα Φέρρη στο Ρεμπέτικό του (1983), υπάρχει ερήμην της και ο εαυτός της είναι «πληθυντικός», αναπαυτικά εγκατεστημένη στη συλλογική συνείδηση. Ο Σερέφας, χάρη στην εμπύρετη σύνθεσή του, την εξεικονίζει ολοζώντανη μπροστά μας, «ν’ απλώνεται αέρινη, να σκορπάει όλα τα ντέρτια», να μας λέει τα μυστικά του κόσμου, της εποχής και του τόπου της, τα μεγάλα μυστικά.
