Κοντά σαράντα χρόνια μυθιστορηματική παραγωγή, ισχυρό αποτύπωμα στην πεζογραφία μας. Ο μαγικός, συχνά ανορθολογικός μυθιστορηματικός κόσμος της Ευγενίας Φακίνου (1945) χτίστηκε με σπάνια επιμονή και υπομονή, ψηφίδα ψηφίδα και με τα ίδια υλικά: το παραμύθι, το όνειρο και μια εκτεταμένη χρήση της διακειμενικότητας που έφτασε με το Τρένο των νεφών (2011) στα ακραία όριά της. Από την ανήλικη τραγική νησιωτοπούλα που γειώνεται απότομα στο αστικό κέντρο (Αστραδενή, 1982) ή την Αθηναία που αναζητά τις απαρχές της οικογένειάς της στη θεσσαλική ενδοχώρα (Το έβδομο ρούχο, 1983) μέχρι την ερευνήτρια που διατρέχει την Πελοπόννησο (Εκατό δρόμοι και μία νύχτα, 1997), οι ηρωίδες της συγγραφέως πάσχουν από μόνιμη ακαθησία! Δεν βολεύονται πουθενά και συνεχώς αναζητούν λύτρωση από την υπαρξιακή αγωνία τους στη φυγή κάπου «αλλού»!
Τέτοια μοιάζει και η κεντρική ηρωίδα στο τελευταίο μυθιστόρημα. Μια «φαλακρή», «άρρωστη» και «μόνη» ηλικιωμένη, που εμφατικά θα παραμείνει ανώνυμη στο μάκρος του κειμένου, εμφανίζεται παραμονές του επερχόμενου χειμώνα από το πουθενά. Αυτοεξόριστη ή αυτοτιμωρούμενη, επιθυμεί τον «εγκλεισμό» της σε μια απομονωμένη πολίχνη που κυριολεκτικά καταρρέει αναστατώνοντας τους κατοίκους!
Πρόκειται για πρώην ζωγράφο και συγγραφέα με προφανείς εσωτερικές αγωνίες, που έχουν να κάνουν κυρίως με πρόσφατες περιπέτειες υγείας. Εξαρτημένη από τα «χάπια ηρεμίας» της και σε μόνιμη συζήτηση με τον άλλο της εαυτό («η άλλη»), θα αναζητήσει καταφύγιο στο ήδη ερειπωμένο από τη μετανάστευση και στοιχειωμένο από μύθους και παραδόσεις για κατάρες, σεισμούς και καταποντισμούς χωριό, καταφέρνοντας να βρει ένα σπίτι που είναι ολόιδιο με το δικό της, με εξαίρεση τη σοφίτα: εκεί θα κουρνιάσει κυνηγημένη από τις φοβίες της και το κρυμμένο στη μνήμη της παρελθόν, που στο παραμικρό εξωτερικό ερέθισμα ζωντανεύει απειλητικό.
Την ώρα που οι εναπομείναντες ηλικιωμένοι κάτοικοι εγκαταλείπουν το χωριό λόγω των επικίνδυνων κατολισθήσεων που οφείλονται στα παλιά υπόγεια ορυχεία, η γυναίκα περιδιαβαίνει την ερειπωμένη γη, μπαινοβγαίνοντας στα άδεια σπίτια με τις χορταριασμένες αυλές και τα χαλάσματα, παρέα με τα ζώα του χωριού. Οι σχεδόν μαγικές της «περιπέτειες» που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, διαδοχικές συναντήσεις με ένα παράξενο παιδί και έναν γέρο ποιητή, μια τραγελαφική αναπαράσταση γάμου, παράδοξες συζητήσεις με τα μέλη ενός κοινόβιου σ’ ένα γειτονικό μυστηριώδες μοναστήρι, κορυφώνονται στο πρώτο μεγάλο κρύο, στο πρώτο χιόνι, όταν ανακαλύπτει ένα μικρό κοριτσάκι στη χιονισμένη της αυλή. «Μόνο που τώρα δεν ήταν καλοκαίρι αλλά βαρύς χειμώνας κι αυτή δεν ήταν σαραντάρα αλλά εβδομηντάρα με σκοτεινά σχέδια στο μυαλό της» σχολιάζει η αφήγηση, την ώρα ακριβώς που «η πανοπλία από συγκινήσεις και συναισθήματα» της ηρωίδας γίνεται «θρύμματα» μπροστά στη μικρή Χιονάτη του τίτλου με την αινιγματική ταυτότητα.
Και η επιρρεπής σε «μεταφυσικές ερμηνείες» και «άκαιρες συμπτώσεις» ηρωίδα, κυνηγημένη πλέον και από τους ήρωες των βιβλίων της, καθώς σελίδες, φράσεις και εικόνες από τα βιβλία της μοιάζουν να ζωντανεύουν, αγωνίζεται να κρατήσει σε εγρήγορση το μυαλό της, χάνει την αίσθηση του χρόνου και αρχίζει να παραληρεί μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Ανήμπορη, ξέπνοη από συγκίνηση, πάντα αιχμάλωτη του φόβου ενός εξευτελιστικού τέλους σε δωμάτιο νοσοκομείου, θα καταρρεύσει στο κατώφλι του σπιτιού της. Η μεταξένια βροχή που γύρισε ξαφνικά σε βαριά χιονιά αρχίζει να σαβανώνει την πλάση, πέφτοντας, όπως ξέρουμε καλά, πάνω σε ζώντες και νεκρούς σαν χάδι!
Στοχαστικό παραμύθι για την αρρώστια και το γήρας, παραβολή για τον ύστατο φόβο του ανθρώπου, προφανής, κάποτε φορτική και εκβιαστική ή σχηματική (το ποτάμι-χρόνος, η άμμος που φεύγει μέσα από τα δάχτυλα της ηρωίδας, ο γέρικος χειμώνας και το μακρύ παρελθόν, η λευκότητα του χιονιού) αλληγορία του κύκλου της ζωής, αλλά και της δύναμης της αγάπης ή της λειτουργίας της μνήμης, το Γράμματα στη Χιονάτη, γραμμένο με την ίδια, πάντα χαμηλόφωνη, λιτή, συχνά λιγωτική, χαρακτηριστική γραφή της συγγραφέως, είναι ένα γοητευτικό μυθιστόρημα γεμάτο συμβολικές αναλογίες και εικόνες, υποβλητικές περιγραφές εξωτερικών χώρων και δωμάτια που κρύβουν ίσκιους και μυστικά.
Εμφανώς αλληγορικό, κρυπτικά αυτοβιογραφικό και καλυμμένα αυτοαναφορικό, το μυθιστόρημα συνομιλεί με τις απαρχές της πεζογραφίας της Φακίνου και με πλήθος κείμενα του προσωπικού της λογοτεχνικού κανόνα. «Οταν το τέλος πλησιάζει» λέει κάπου ο προσφιλής και στη συγγραφέα Μπόρχες, «μένουν μόνο λέξεις, λέξεις δάνειες, λέξεις άλλων…». Η Φακίνου, πιστεύω, θα πρόσθετε ότι αίρονται μαγικά και οι αντιθέσεις ανάμεσα στο συνειδητό και στο κρυφό ή ασυνείδητο μέρος της ζωής μας⋅ αντιθέσεις που πάντα βασάνιζαν τις ψυχές όλων των ηρωίδων, τις οποίες με τόσο κόπο έχει σμιλεύσει χρόνια τώρα για χάρη των αναγνωστών της.
