Το περιεκτικότερο και ακριβέστερο ίσως πορτρέτο του Νίκου Φωκά, όσον αφορά τουλάχιστον τη δημόσια παρουσία του στα πνευματικά μας πράγματα, το έχει σκιαγραφήσει ο ίδιος ο ποιητής σ’ ένα δοκίμιό του περί κριτικής, όπου μεταξύ άλλων σημειώνει: «Εκφράσεις όπως “μ’ αρέσει-δεν μ’ αρέσει” προκειμένου για έργα τέχνης ήταν για μένα ενδείξεις είτε εκφραστικής ανεπάρκειας είτε κριτικής νωθρότητας είτε πνευματικής ανευθυνότητας, ιδιότητες όλες αυτές μάλλον εξοργιστικές για έναν οξύθυμο αναγνώστη».
Γιατί, πράγματι, ό,τι κυρίως χαρακτηρίζει τον Νίκο Φωκά ως πνευματικό άνθρωπο είναι η στοχαστική και εκφραστική σοβαρότητα που φτάνει, κάποτε, ώς την ψυχρότητα, η αυστηρότητα που φτάνει ώς την οξυθυμία και, πάντα, η πνευματική εγρήγορση, η οξυδέρκεια και η ευθυκρισία. Χαρακτηριστικά τα οποία συνάδουν μεν με τον ρόλο του δοκιμιογράφου και του κριτικού, αλλά είναι αμφίβολο αν ταιριάζουν στην κατ’ εξοχήν ιδιότητα που διεκδίκησε ο Νίκος Φωκάς, αυτήν του ποιητή.
Κι όμως, χάρη στη διαυγή και ευφυή ειρωνική γλώσσα των ποιημάτων του και στην προσήλωση του ποιητή στο καθημερινό και το επουσιώδες, το ποιητικό θαύμα συντελείται και ο Φωκάς τοποθετείται αναμφισβήτητα μεταξύ των σημαντικότερων δημιουργών της γενιάς του και της γλώσσας μας.
Γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1927, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Γερμανική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Εζησε και εργάστηκε επί δεκατρία χρόνια στο Λονδίνο ως δημοσιογράφος, για να επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα λίγο πριν από την πτώση της δικτατορίας. Δεκαπέντε χρόνων έστειλε, με το ψευδώνυμο Ζέφυρος, ποίημά του στη «Διάπλαση των Παίδων», το οποίο ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, αρχικά, το απέρριψε θεωρώντας πως είχε γραφτεί από μεγαλύτερο σε ηλικία ποιητή. Σε ηλικία είκοσι ετών εξέδωσε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, με τον τίτλο «Ποίημα», το οποίο ωστόσο δεν ξανατύπωσε και δεν συμπεριέλαβε στον συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του.
Από το 1954 ώς το 2013, δημοσίευσε δεκατρείς –ολιγοσέλιδες ως επί το πλείστον– ποιητικές συλλογές, η τελευταία από τις οποίες κυκλοφόρησε ερήμην του, με επιμέλεια του Αρη Μπερλή, καθώς αιφνίδια ασθένεια τον έχει βυθίσει σε σιωπή ήδη από τον Απρίλιο του 2003. Εκτός όμως από ποιητής, ο Νίκος Φωκάς υπήρξε και παραγωγικότατος μεταφραστής, ποίησης και πεζογραφίας, ενώ το δοκιμιακό του έργο, με βασικά του θέματα τη λογοτεχνία, τη γλώσσα, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και την ποίηση, εκτείνεται σε τέσσερις τόμους.
Στη μέση περίπου αυτής της διαδρομής, των πέντε δημιουργικών του δεκαετιών, ο Νίκος Φωκάς θα γράψει και θα δημοσιεύσει την «Παρτούζα ή Ενα κλείσιμο ματιού», έργο το οποίο θα τον απασχολήσει πολλά χρόνια, από το 1976 συγκεκριμένα, που θα πρωτοκαταπιαστεί με αυτό, μέχρι το 1991, που θα το δημοσιεύσει σε δεύτερη και οριστική μορφή. Η «Παρτούζα» είναι ένα εκτενές αφηγηματικό ποίημα, γραμμένο, κατά βάση, σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους με ομοιοκαταληξία – εντελώς διαφορετικό δηλαδή, στη μορφή τουλάχιστον, απ’ ό,τι ώς τότε είχε γράψει ο ποιητής.
Το ποίημα θα μπορούσε, ίσως, να ενταχθεί στο ρεύμα του νεοφορμαλισμού, που εκείνα ακριβώς τα χρόνια εκδηλώνεται, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, και επιχειρεί να υπερβεί τα αδιέξοδα του μοντερνισμού αναβιώνοντας την έμμετρη και ομοιοκατάληκτη ποίηση. Αλλού ωστόσο φαίνεται να στοχεύει ο Νίκος Φωκάς και όχι στην επαναφορά των αυστηρών μορφών στη νεοελληνική ποίηση.
Εξάλλου και πριν και μετά την «Παρτούζα» λίγα μόνο έμμετρα ή/και ομοιοκατάληκτα δικά του ποιήματα δημοσίευσε. Γιατί ο στόχος του, όπως δηλώνει στο σύντομο εισαγωγικό σημείωμά του, ήταν η αντίδραση στη μιμητικότητα, την εγκεφαλικότητα και τον κομφορμισμό του μεγαλύτερου μέρους της σημερινής λογοτεχνικής παραγωγής και η άρνηση όλων των σύγχρονων ποιητικών πρακτικών και, πάνω απ’ όλα, της σοβαροφάνειας.
Το κύριο ωστόσο σώμα της ποιητικής παραγωγής του Φωκά διαφέρει εντελώς από αυτό το διάλειμμα χαράς της «Παρτούζας», παρουσιάζοντας μάλιστα ελάχιστες μεταβολές στο πέρασμα του χρόνου. Οπως έχει παρατηρήσει ο Αρης Μπερλής, τα περισσότερα ποιήματα του Νίκου Φωκά φέρουν τα κλασικά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ωδής: πρόκειται για λυρικά ποιήματα με σοβαρό περιεχόμενο και σύνθετη στροφική δομή – στην περίπτωση του Φωκά είναι βέβαια γραμμένα σε ελεύθερο στίχο.
Ο ποιητής αποφεύγει συνειδητά την εύκολη ρητορεία και τη συναισθηματολογία, που κυριάρχησε σε μεγάλο μέρος της ποιητικής παραγωγής της γενιάς του, γράφοντας μια ποίηση όπου κυριαρχεί η ειρωνεία, ακόμη και η ιλαρότητα, η στοχαστικότητα, η υφολογική ακριβολογία και η διαύγεια· μια ποίηση λυρικά πεζοφανή, αν επιτρέπεται το οξύμωρο, γειωμένη στην καθημερινότητα, που σταθερά αναζητά αναλογίες μεταξύ της βιωμένης από τον άνθρωπο πραγματικότητας και όσων συμβαίνουν μέσα του.
Το αγαπημένο σχήμα λόγου αυτού του ποιητή μοιάζει να είναι η παρομοίωση, η άνοιξη η προνομιούχα του εποχή, η αστική καθημερινότητα ο χώρος όπου γυρεύει και βρίσκει τις αφορμές για τον ποιητικό του στοχασμό, σταθερό σημείο εκκίνησης ή τερματισμού της σκέψης του ο θάνατος. Οπως σ’ εκείνο το ποίημά του, όπου ο δημιουργός, αφού στήσει με τα ποιητικά του υλικά τον κόσμο από την αρχή, το βράδυ πια κουρασμένος αναζητάει την ανάπαυση: «Οπως ο ημερομίσθιος εργάτης που κατάκοπος / Γυρίζει σπίτι του ν’ αναπαυθεί μέχρι να φέξει η νέα αυγή, / Ημερομίσθιος εργάτης πες κι εγώ / Εξαντλημένος απ’ τον καθημερινό τούτο μόχθο / Γυρίζω ίσια στον τάφο σαν στο σπίτι μου».
● Το ποιητικό, δοκιμιακό και πεζογραφικό έργο του Ν. Φωκά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Υψιλον, Εστία, Νεφέλη, Γαβριηλίδης κ.ά.
