Το μότο, η φράση του Σαλβαδόρ Νταλί «Μη φοβάστε την τελειότητα. Δεν θα τη φτάσετε ποτέ», στο τελευταίο μυθιστόρημα του Θανάση Χειμωνά «Ο κύριος Τέλειος» μοιάζει να υπονομεύει τον τίτλο. Ομως ο κύριος Τέλειος υπάρχει, είναι ο Αδριανός Σωφρονίου, και δεν έχει κανένα ελάττωμα. Απέναντι σε αυτόν βρίσκεται ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Φώτης, ο οποίος ερωτεύεται τη Ματίνα, σύντροφο του Αδριανού, και τη διεκδικεί μέχρι το τέλος.
Ο κύριος Τέλειος -που ξεκίνησε από το μηδέν- διαθέτει όχι μόνο άψογη εξωτερική εμφάνιση, οικονομική και κοινωνική καταξίωση, αλλά και όλες τις αρετές που εξυψώνουν τον άνθρωπο. Η τελειότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά δεν είναι αυτοτελής, προϋποθέτει τους άλλους. Στο βλέμμα τους επικυρώνεται η ομορφιά, την έλλειψή τους καλύπτουν η γενναιοδωρία και η ανιδιοτέλειά του, στο αξιακό τους σύστημα εκτιμώνται οι αρετές. Κυρίως, χάρη στην ατέλειά τους, εκείνος ξεχωρίζει περισσότερο και όλοι είναι εκεί για να επιβεβαιώσουν τη μοναδικότητά του. Ο κύριος Τέλειος από την πλευρά του είναι ανοιχτός, εκθέτει δημόσια τον εαυτό του και αφηγείται ιστορίες του βίου του, όπως κάνει όταν γνωρίζει τον Φώτη.

Η γνωριμία του Φώτη με τον Αδριανό ενισχύει τη φήμη του τελευταίου. Βασισμένος αρχικά στη φήμη, ο Φώτης είχε κλιμακωτές αντιδράσεις, από την υποτίμηση («Σιγά, ένας ματσωμένος τύπους είναι, που δίνει κατά καιρούς λεφτά σε φιλανθρωπίες. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος», σ. 59) μέχρι την τελική παραδοχή («Και ο αντίπαλος δεν παίζεται…», σ. 67). Ο ανταγωνισμός στο πλαίσιο του ερωτικού τριγώνου μεγεθύνει την τελειότητα του αντιπάλου.
Επειτα από τη γνωριμία ο ρόλος του Φώτη είναι καταλυτικός και η τελειότητα φτάνει στο υπέρτατο όριό της. Ο Φώτης καθορίζει το τέλος, με την έννοια του σκοπού, οδηγώντας τον Αδριανό στην τέλεια εκδοχή της ανθρώπινης φύσης, σε εκείνη δηλαδή στην οποία δεν μπορεί να επέλθει καμία αλλαγή. Αυτή η εκδοχή αποτυπώνεται και παγιώνεται σε ένα βιογραφικό σημείωμα, ριγμένο, χωρίς αφηγηματικό σχόλιο, στο διαδίκτυο. Η δράση του Φώτη επιτυγχάνεται μέσα από μια ρωγμή, όταν η τελειότητα στιγμιαία υποχωρεί και ο κύριος Τέλειος παύει να ενεργεί ως τέλεια υπέρτατη ύπαρξη (που δεν είναι)· από εκείνη τη στιγμή και έπειτα η ενέργεια του Φώτη μοιάζει να αγγίζει την τελειότητα.
Μέχρι τότε ο Φώτης ήταν η έλλειψη απέναντι στην πληρότητα. Δεν διαθέτει το τραυματισμένο συναισθηματικό υπόστρωμα προγενέστερων ηρώων του συγγραφέα, βιώνει όμως διαρκώς δυσκολίες, θύμα της οικονομικής κρίσης και της μέσης ηλικίας, και από την άποψη αυτή γίνεται ήρωας οικείος. Σε αντίθεση με τον Αδριανό που παρουσιάζεται εξαρχής ακέραιος, ο Φώτης αποκαλύπτεται σταδιακά στα μάτια του αναγνώστη και σταδιακά μεταβάλλεται.
Αρχικά είναι ο στοργικός γιος που ανησυχεί για τον άρρωστο πατέρα του, παρουσιάζεται ευαίσθητος μέσα από μια ιδιόρρυθμη ανθρώπινη σχέση με μια πόρνη, συμπαραστέκεται στον άνεργο φίλο του, προσφέρει δουλειά σε έναν παλιό γνώριμο. Στην πραγματικότητα είναι ένας μέσος κοινός άνθρωπος, ίσως ελάχιστα διαφορετικός από όσους συναντάει στην καθημερινότητά του, ανέργους, ασθενείς σε ράντζα νοσοκομείων, άτομα που φλυαρούν υιοθετώντας τσιτάτα, γυναίκες με μοναδικό σκοπό ύπαρξης μια σχέση ζωής. Οπως όμως κάθε συνηθισμένος τύπος, άψογος οικογενειάρχης, άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ο Φώτης έχει σκοτεινές πλευρές, απρεπείς και ανήθικες συμπεριφορές και είναι ικανός για τα πάντα.
Η σταδιακή αποκάλυψη του χαρακτήρα του αίρει βαθμιαία τη συμπάθεια του αναγνώστη. Ακόμη και ο ίδιος ο ήρωας αποστασιοποιείται από τον εαυτό του και συνειδητοποιεί ότι είναι ανεπαρκής, ένας «λούζερ» σε σύγκριση με τον αντίπαλο. Στην αποστασιοποίηση συμμετέχει ενεργά ο αφηγητής, αντιμετωπίζοντας τον Φώτη κάπως ειρωνικά και επιβεβαιώνοντας τον αυτοπροσδιορισμό του: «Και στην τελική, τι θα περίμενε ποτέ κοτζάμ Αδριανός Σωφρονίου από έναν λούζερ σαν τον Φώτη Γουραλέ; Γιατί τι ήταν ο Φώτης; Ενα ρεμάλι, που δεν είχε κάνει τίποτα στη ζωή του» (σ. 140).
Η κριτική στάση του αφηγητή, συχνά καυστική, είναι και μία θέση απέναντι στους ήρωες (μεγάλο μέρος της αφήγησης είναι σε ελεύθερο πλάγιο λόγο, καθώς ο αφηγητής στην πραγματικότητα εκφέρει τις σκέψεις του πρωταγωνιστή, χρησιμοποιώντας το ύφος και το προφορικό λεξιλόγιό του) και στη συγκρότηση της ιστορίας. Ο κύριος Τέλειος μοιάζει με διογκωμένη φιγούρα των θετικά φορτισμένων μυθιστορηματικών ηρώων και ο Φώτης το αντεστραμμένο παράδειγμα αυτών.
Το τέλος της ιστορίας, με μια ειδυλλιακή σκηνή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ειρωνικό ως προς τα στερεότυπα περί ηθικής δικαίωσης και περί θριάμβου του καλού, ωσάν ο μυθιστορηματικός αφηγητής να είναι ένα τέλειο ον που αποκαθιστά τις ισορροπίες. Στην πραγματικότητα ωστόσο ευτυχές τέλος, άρα τελειότητα, δεν υπάρχει, όπως προανήγγειλε το μότο και όπως γνωρίζει όποιος έχει παρακολουθήσει την έως τώρα πεζογραφική παραγωγή του Χειμωνά· με αυτό το δεδομένο ο αναγνώστης διαβάζει αλλιώς το τέλος, αν και μπαίνει εύκολα στον πειρασμό να «πειράξει» και να «τελειοποιήσει» το βιογραφικό του Αδριανού στη Βικιπαίδεια.
