Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Παναγής Παναγιωτόπουλος, στο τελευταίο του βιβλίο επαναπροσδιορίζει την έννοια και τη συγκρότηση της ελληνικής μεσαίας τάξης και αναλύει τις πολλαπλές συμπεριφορές της στο εσωτερικό του μεταπολιτευτικού παραδείγματος και τις επιπτώσεις σ’ αυτήν της εγχώριας εκκωφαντικής κρίσης.
Ο Παναγιωτόπουλος ξεκινά από μια γενική θέαση της μεσαίας τάξης στον μεταπολεμικό δυτικό κόσμο, όπου διαμορφώθηκε μέσα από την ανοικοδόμηση των οικονομιών και των κοινωνιών και την αναδιανομή ενός μέρους του πλούτου που παρήχθη σε τμήματα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Αργότερα η ίδια η μεσαία τάξη μεταμορφώθηκε, με την κατίσχυση του ατομικισμού στο εσωτερικό της και τη στροφή της στον καταναλωτικό ευδαιμονισμό, σε μια τάξη για τον εαυτό της.

Οχι μόνο όμως. Η μεσαία τάξη με την ανάπτυξη και την ενσωμάτωση στο εσωτερικό της, εκτός από τον ριζοσπαστικό ατομικισμό, και νέων χειραφετητικών και αμφισβητησιακών κινημάτων συντέλεσε εν τέλει στον εκσυγχρονισμό του καπιταλισμού. Σταδιακά όμως ο τρόπος ύπαρξής της έφτασε στα όριά του και άρχισε να φθίνει. Ο συγγραφέας, εκτός από γεγονότα, όπως οι κρίσεις και οι παγκοσμιοποιητικές οικονομικές αλλαγές, θεωρεί σημαντικές αιτίες της πτώσης της μεσαίας τάξης το τέλος των κρατικών αναδιανεμητικών και προνοιακών πολιτικών και την υπερέκθεσή της σε κινδύνους όπως ο υπερδανεισμός για τη συνεχή αναπαραγωγή του ευδαιμονισμού της.
Από το γενικό περίγραμμα της μεσαίας τάξης ο Παναγιωτόπουλος περνά στην εγχώρια έκφρασή της. Ως τέτοια ορίζει ό,τι κατοίκησε τις κοινωνικές περιοχές και τα κενά ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, αστούς και εργάτες, κατοίκους των καλών προαστίων και απομονωμένους της υπαίθρου, ό,τι μπορούσε να υπάρξει κάτω από κοινά μοντέλα βίου, κοινές πρακτικές της καθημερινότητας, ό,τι μείωνε τις κοινωνικές αποστάσεις και παρήγε τις σύγχρονες ελληνικές μητροπόλεις, όλα αυτά δηλαδή που έγιναν εν τέλει ο αχαρτογράφητος και ελώδης, αλλά και παραγωγικός κοινωνικός βιότοπος της σύγχρονης Ελληνικής Δημοκρατίας.
Μετά τον σχετικά ιμπρεσιονιστικό ορισμό της μεσαίας τάξης, ο Παναγιωτόπουλος προχωρά στη σύνθεσή της και στους διαδοχικούς τρόπους συγκρότησής της. Μια πρώτη της μορφή ήταν οι παλιοί «νοικοκυραίοι», που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο, στα διάφορα ελεύθερα επαγγέλματα και στο Δημόσιο. Μια δεύτερη μορφή της συγκροτείται κατά τη μακρά διαδικασία της ανοικοδόμησης με το σύστημα της αντιπαροχής. Τμήματα των λαϊκών στρωμάτων θα αποκτήσουν και θα στεγαστούν στις σύγχρονες πολυκατοικίες, θα αναμοχλεύσουν τη λαϊκότητά τους με τον νέο τρόπο ζωής, θα ενοποιηθούν σταδιακά με τους παλιούς «νοικοκυραίους» και θα συνδιαμορφώσουν την κουλτούρα των πόλεων.
Μια τρίτη μορφή της μεσαίας τάξης, που είναι και η πιο ολοκληρωμένη, αφού έγινε η κυρίαρχη κοινωνική δύναμη και το επίζηλο πλέον αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και εκπροσώπησης, δημιουργήθηκε μέσα από την κρατική επέκταση, κυρίως τις δεκαετίες μετά το 1980, και την ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα. Ετσι η μεσαία τάξη συγκεντρώνει πλέον όλες τις κοινωνικές κατηγορίες των μη χειρώνακτων και όλες τις εν ζωή αντίστοιχες γενιές. Θα στηρίξει κάποια στιγμή τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, αλλά θα αναπτύξει περαιτέρω και τον καταναλωτικό της ριζοσπαστικό ατομικισμό που θα την οδηγήσει στα όρια της αναπαραγωγής της, στη διάσπαση και στην κρίση της.
Ο Παναγιωτόπουλος, συνεχίζοντας τη διερεύνησή του, εντοπίζει και αναδεικνύει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Η πολυσθένεια, δηλαδή η εναλλαγή πολλαπλών επαγγελματικών, οικονομικών και κοινωνικών ρόλων, η ανοδική κοινωνική κινητικότητα, η συγχώνευση της παράδοσης με νεωτερικές ιδέες και πρακτικές, η ιδιοκατοίκηση, η πολύμορφη προστασία της από το κράτος, ο καταναλωτικός και όχι μόνο ευδαιμονισμός είναι κάποια από αυτά. Αναδεικνύει δε ιδιαίτερα τον ρόλο της οικογένειας στη συγκρότηση και την αναπαραγωγή της. Η οικογένεια οργανώνει τη συναίνεση και τη διαγενεακή αλληλεγγύη και ελέγχει και καθοδηγεί την οικογενειακή και την επαγγελματική τους πορεία, την τελευταία σε προστατευόμενους τομείς της οικονομίας.
Οι όροι διαμόρφωσης και αναπαραγωγής της μεσαίας τάξης όμως δεν έμειναν αλώβητοι από την κρίση του 2010. Αφενός συντέλεσαν στην εκδήλωση της κρίσης και αφετέρου υπέστησαν τις συνέπειες των μνημονιακών πολιτικών και των παράλληλων κυβερνητικών επιλογών. Εκτός από τη μείωση της κρατικής προστασίας, η μεσαία τάξη γνώρισε σημαντικές διαιρέσεις στο εσωτερικό της, όπως η νομισματική ανισότητα ανάμεσα στους μεσοαστούς που είχαν προλάβει να «βγάλουν» τα ευρώ τους στο εξωτερικό και σε όσους έμειναν με τα χρήματά τους δεσμευμένα και αβέβαια στις ελληνικές τράπεζες και η διάσταση μεταξύ αυτών που απολάμβαναν την ευρύτερη κρατική προστασία και εκείνων που ήταν αποκλεισμένοι από αυτήν.
Μια άλλη σημαντική διαίρεση σχηματοποιήθηκε ανάμεσα στα τμήματα της μεσαίας τάξης που εξέπεσαν και ανακάλυψαν ή επινόησαν τη χαμένη λαϊκότητά τους και σ’ αυτά που ακολούθησαν οικονομικά τις παγκοσμιοποιημένες και αποεδαφοποιημένες ελίτ. Από τη διαίρεση αυτή παράγονται φαινόμενα, όπως η πολιτισμική και ταυτοτική ανασφάλεια. Στο εσωτερικό όμως των παγκοσμιοποιημένων ελίτ δεν επικρατεί μια ενιαία ιδεολογία. Εκφέρονται, κυρίως στους τομείς της τέχνης και των ιδεών, έντονες κριτικές στο σύστημα στο οποίο ενυπάρχουν.
Ο Παναγιωτόπουλος θεωρεί ότι έσπασε πια το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης, χωρίς όμως να εξατμιστεί πλήρως η μεσαία τάξη, παρά τη ρευστοποίησή της. Ζει δε με τη νοσταλγία του εαυτού της, η οποία μάλιστα ήταν, κατά τον συγγραφέα, αυτή που απέτρεψε την εμφύλια αντιπαράθεση και την αναπαραγωγή της βίας την εποχή των μνημονίων. Ομως η μνήμη αυτή δεν επανέφερε στο προσκήνιο την εργασία ως κυρίαρχο αίτημα, αλλά αναθέρμανε την προσμονή μιας κρατικής προστατευτικής εισοδηματικής πολιτικής.
Γι’ αυτό και τμήματα της μεσαίας τάξης δέχτηκαν την εκπροσώπησή τους από τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτα και, σε δεύτερο χρόνο, από τη Νέα Δημοκρατία. Η διαδρομή της μεσαίας τάξης, καταλήγει ο Παναγιωτόπουλος, βρίσκεται μετά την πανδημία σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και θα κριθεί τόσο από το ποσοστό της συρρίκνωσης του αριθμού των εργαζομένων στον τριτογενή τομέα όσο και από την επιλογή ή μη σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών για την εξισορρόπηση των απωλειών της. Πάντως όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι η επιστροφή σε μια εθνική μεσοαστική ευημερία είναι μια νοσταλγική παγίδα.
Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος με την εργασία του και την ιδιαίτερη οπτική του προσέφερε ένα βιβλίο αναφοράς στις κοινωνιολογικές σπουδές.
