Στην καρδιά του Μπουένος Αϊρες βρίσκεται το Εθνικό Κολέγιο. Παλαιότερα, είχε την ονομασία Κολέγιο των Ηθικών Επιστημών και, ακόμα παλαιότερα, Βασιλικό Κολέγιο του Σαν Κάρλος. Κάποτε ήταν μόνο αρρένων, τώρα όμως (βρισκόμαστε στο 1982) υπάρχουν και μαθήτριες, όπως και καθηγήτριες και επιμελήτριες.
Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι η επιμελήτρια Μαρία Τερέσα. Μένει με τη μητέρα της. Υπάρχει επίσης ο αδελφός της, Φρανσίσκο, του οποίου η συμμετοχή στον πόλεμο των Φόκλαντ δίνεται αρκετά ελλειπτικά και κυρίως μέσα από την περιορισμένη επικοινωνία που έχει με τη μητέρα και την αδελφή του.
Παρακολουθούμε τη ζωή στο κολέγιο, τη ζωή της Μαρίας και σε δεύτερο πλάνο όλα τα υπόλοιπα. Η αφήγηση του Κόαν στο μεγαλύτερο μέρος της δομείται μέσα από τη σύνθεση παρατήρησης και επιτήρησης. Παρατηρούμε τη Μαρία που επιτηρεί. Και καθώς η μία μέρα διαδέχεται την άλλη, γινόμαστε μάρτυρες της σκέψης και του ψυχισμού της Μαρίας και πώς αυτά την οδηγούν να θέσει σε εφαρμογή ένα πιο εκλεπτυσμένο σχέδιο επιτήρησης. Σταδιακά, η Μαρία, μέσω του σχεδίου της, οδηγείται σε μια κατάσταση όπου η ηδονοβλεψία και ο αισθησιασμός νομιμοποιούνται κάτω από το πρόσχημα της οριακής τήρησης του καθήκοντος.
Σε αυτή τη θολή ζώνη εξουσίας εμφανίζονται αρχικά με σαφές περίγραμμα τόσο η Μαρία (αν και εμφανώς ευάλωτη ως υπόσταση εξαρχής) όσο και ο κύριος Μπιασούτο, επικεφαλής των επιμελητών στο Εθνικό Κολέγιο. Ο στόχος που θέτει η Μαρία, να αποκαλύψει τους μαθητές που καπνίζουν κρυφά στο κολέγιο, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην προσπάθειά της (ή τουλάχιστον αυτό δείχνει να πιστεύει η ίδια) να εντυπωσιάσει τον κύριο Μπιασούτο.
Ο ίδιος, εξάλλου, είναι αυτός που ανάγει αυτή τη δραστηριότητα των μαθητών σε ύψιστη απειλή: «σε κάποια άλλη εποχή και σε κάποιο άλλο κολέγιο ίσως να επρόκειτο για μια σκανδαλιά, για την τυπική σκανδαλιά της εκτροχιασμένης εφηβείας. Σ’ αυτή την εποχή και σ’ αυτό το κολέγιο είναι κάτι άλλο: είναι το πνεύμα της ανατροπής που μας απειλεί» (61). Καταφεύγει επίσης σε μια σειρά από παρομοιώσεις για να εξηγήσει ακόμα καλύτερα αυτή την απειλή: «Η ανατροπή είναι νεοφώτιστη, είναι σαν τον καρκίνο· ένας καρκίνος που πρώτα πλήττει ένα όργανο, ας πούμε τη νεολαία, και τη μολύνει με βία και παράξενες ιδέες· αλλά μετά αυτός ο καρκίνος επεκτείνει τις διακλαδώσεις του, που ονομάζονται μεταστάσεις [….]. Η ανατροπή είναι ένα σώμα, αλλά είναι και ένα πνεύμα. Γιατί το πνεύμα επιβιώνει και ενίοτε μπορεί να μετενσαρκωθεί σε ένα νέο σώμα» (59, 61).
Είναι ο κύριος Μπιασούτο, επίσης, που εξηγεί στη Μαρία τη «χρυσή τομή» ως αποτελεσματική μέθοδο επιτήρησης, «ένα βλέμμα άγρυπνο, με την προσοχή ολοκληρωτικά στραμμένη στην παραμικρή λεπτομέρεια», ώστε να μη διαφεύγει «κανένα παράπτωμα, καμία παράβαση» (18).
Στην εξέλιξή του το μυθιστόρημα του Κόαν, ίσως αιφνιδιάζοντας και τον αναγνώστη, επιβεβαιώνει ότι έχει δομηθεί ως βραδυφλεγές κατασκεύασμα. Η φαινομενική στασιμότητα της πλοκής αποδεικνύεται τελικά συνειδητή σχεδιαστική επιλογή. Οι δύο βασικοί χαρακτήρες κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν ώστε να παραμείνουν εντός των ορίων, χωρίς παρεκτροπές. Η υπόθεση ότι πρόκειται για ανθρώπους που έξω από τα φυσικά και τυπικά όρια του κολεγίου είναι συνηθισμένοι και προβλέψιμοι κατά τα άλλα, δείχνει να επαληθεύεται όταν ο κύριος Μπιασούτο εμφανίζεται να έχει συναισθήματα για τη Μαρία, να είναι αμήχανος και αρκετά άτσαλος στην έκφρασή τους, καθιστώντας τον κάπως πιο ανθρώπινο στα μάτια του αναγνώστη και της Μαρίας.
Ο πειραματικός χαρακτήρας, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, που εισάγει εξαρχής ο Κόαν μέσω της επίμονης παρατήρησης εντείνεται μέσα από καλά υπολογισμένες ανατροπές στην εξέλιξη της ιστορίας. Οι τακτικές επιτήρησης και παρακολούθησης αντιστρέφονται, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό και αποκάλυψη της παρέκκλισης μετατρέπονται σε μέσα συγκάλυψης και απόκρυψης της διαστροφής, της ανικανότητας, της βίας που, ψυχικά και σωματικά, διατρέχει άκαμπτες σχέσεις ιεραρχίας.
Ολα ωστόσο δείχνουν να συμβαίνουν χωρίς να γίνονται αντιληπτά: «Ομως αυτό συμβαίνει πράγματι, χωρίς κανείς να προσέξει τίποτα: όλα ακολουθούν τη συνήθη πορεία τους. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, δεν επηρεάζεται απ’ αυτό που έχει συμβεί: δεν αποσυντίθεται, δεν διαλύεται, συνεχίζει τον δρόμο του» (264).
Ολα εγγράφονται, καταγράφονται, διαπλέκονται, καθιστώντας τελικά αδιευκρίνιστο τι προηγείται και τι ακολουθεί στο διευρυμένο τοπίο της αιτιότητας που συνθέτει υπομονετικά ο Κόαν: «Η Μαρία Τερέσα υπακούει και τον ακολουθεί. Αλλά είναι πολύ περίεργος ο τρόπος με τον οποίο τον ακολουθεί: εκείνη πάει μπροστά και ο κύριος Μπιασούτο από πίσω. Κι όμως είναι σίγουρο, είναι σίγουρο ότι εκείνη είναι αυτή που ακολουθεί, είναι σίγουρο ότι εκείνος υποδεικνύει τον δρόμο κι εκείνη απλώς υπακούει» (261).
Βοηθητικές και ουσιαστικές οι διευκρινίσεις που δίνει μέσω σημειώσεων η Εφη Γιαννοπούλου στην εξαιρετική μετάφρασή της.
