ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελενα Μαρούτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιώργος Μητάς έκανε την εμφάνισή του στα γράμματα πριν από δέκα χρόνια με τις Ιστορίες του Χαλ (Κίχλη, 2011), μια σύνθεση από τρία εκτενή διηγήματα που απέσπασαν θερμές κριτικές και του προσκόμισαν το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περ. Αναγνώστης.

Ακολούθησε το Σπίτι (Κίχλη 2014), μια νουβέλα για την έλξη που ασκεί αλλά και τους κινδύνους που κρύβει το συναρπαστικό σύμπαν της γραφής, συμπληρώνοντας το αναδυόμενο συγγραφικό πορτρέτο του Μητά και προσδίδοντάς του, εκτός από την ολοφάνερη αγάπη για τη γλώσσα που είχε ήδη γίνει αντιληπτή από το πρώτο του βιβλίο, και μια υφολογική ευελιξία, αφού αποδείκνυε ότι μπορεί να κινηθεί με εκφραστική άνεση και σε απαιτητικά είδη, όπως αυτό των ιστοριών μυστηρίου ή ψυχολογικού τρόμου, διατηρώντας τη φινέτσα της βραβευμένης λογοτεχνικής του εκκίνησης.

Το τρίτο του βιβλίο, Τα δύο δώρα, μια νουβέλα που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Στερέωμα, περιέχει αρκετά αναγνωρίσιμα στοιχεία από τα δύο προηγούμενα βιβλία: όπως και οι Ιστορίες του Χαλ, εκκινεί από το σταθερό έδαφος της βιωμένης εμπειρίας (ο Μητάς έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Χαλ, ενώ το αντικείμενο των σπουδών του ήταν η Βιολογία, όπως και του Αντρέα, του πρωταγωνιστή της νέας του νουβέλας) για να ξανοιχτεί στον ανοιχτό ορίζοντα της μυθοπλασίας, ενώ επίσης, όπως και στο Σπίτι, ο ήρωας διακατέχεται από το πάθος της λογοτεχνίας αρχικά ως αναγνώστης και στη συνέχεια ως συγγραφέας.

Ωστόσο, τα Δύο δώρα συνιστούν και μια κατάδυση σε νέα –σκοτεινά– νερά: από τη μια μεριά αυτά του έρωτα και της ομορφιάς κι από την άλλη εκείνα του τραύματος και της απώλειας, που ο συνδυασμός τους μπορεί να καταβυθίσει τον ήρωα στο έρεβος ή να τον ανασύρει στο φως της δημιουργίας.

Στο ανά χείρας βιβλίο η αφήγηση κινείται σε τρία επίπεδα: ξεκινώντας χρονικά από το τέλος που διαδραματίζεται στο Αμστερνταμ, οπισθοχωρεί προς το πρόσφατο παρελθόν το οποίο λαμβάνει χώρα στην Ταϊλάνδη –και αποτελεί το κυρίως σώμα της αφήγησης– ενώ ανά διαστήματα ολισθαίνει και στο απώτερο, τα παιδικά και νεανικά χρόνια του ήρωα στην Αθήνα.

Αναμφίβολα, το κομμάτι της πλοκής που διαδραματίζεται στην Μπανγκόκ είναι το πλέον σαγηνευτικό, καθώς η περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα καταφέρνει να δημιουργήσει ένα σκηνικό που δεν θέλγει μόνο με την εξωτική φαντασμαγορία του αλλά συντονίζεται τρόπον τινά με τα τεκταινόμενα, καθώς άλλοτε καθρεφτίζει τη μαγεία των αναδυόμενων αισθημάτων ανάμεσα στον Αντρέα και τη συνάδελφό του, τη Μύρρα, κι άλλοτε οι μετατροπές της διάθεσης του ερωτευμένου ήρωα προβάλλονται πάνω στο τοπίο σαν ξάφνου να θολώνουν τα γυαλιά μέσα από τα οποία αντικρίζει τον κόσμο.

Είναι λίγοι οι συγγραφείς που μπορούν να υποστηρίξουν με τέτοια λεπταισθησία το περιγραφικό κομμάτι μιας αφήγησης χωρίς να την κάνουν βαρετή και αυτό το καταφέρνει ο Μητάς – με μια υπερβολή ίσως στη χρήση των επιθετικών προσδιορισμών, που όμως κι αυτήν καταφέρνει να την ενσωματώνει σε ένα αρκετά συνεπές και γοητευτικό υφολογικό σύμπαν.

Οι διαδοχικές αναδρομές στα παιδικά και νεανικά χρόνια του ήρωα είναι δοσμένες με πιο αδρές γραμμές και χρησιμεύουν στη φιλοτέχνηση ενός ρεαλιστικού πορτρέτου, εξηγώντας χωρίς ψυχαναλυτικές υπερβολές την τρέχουσα συμπεριφορά του ήρωα, συνδέοντας –κι εδώ βρίσκεται ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της νουβέλας– το τραύμα της παιδικής του ασθένειας με την αγάπη που ανέπτυξε για τη λογοτεχνία.

Το δώρο του έρωτα και το δώρο της γραφής είναι εδώ αλληλένδετα: όταν σου παίρνουν απ’ τα χέρια το ένα, σου προσφέρεται το άλλο. Ή ίσως –όπως υπονοείται στο τέλος– να πρόκειται για ένα και μοναδικό δώρο: αυτό της ζωής που κρύβει κάτω από τα λογής περιτυλίγματα και τις κορδέλες μια «σκληρή Ευτυχία». Πρόκειται για το πλέον ώριμο από τα βιβλία του Μητά με διακριτή τη σφραγίδα της κλασικότροπης κομψότητας και της γλωσσικής ευγένειας κι έντονη την επίγευση της γλυκόπικρης κατάφασης του πόνου αλλά και της χαράς που συνεπάγεται το φευγαλέο πέρασμά μας από τον κόσμο ετούτο.