Ο φωτογράφος, κινηματογραφιστής και ανθρωπολόγος Σ. Βογιατζής είναι Χιώτης, με εκθέσεις, εκδόσεις, ντοκιμαντέρ και, από το 2011, συμμετέχει στο συλλογικό έργο Caravan Project με πολιτιστική, εκπαιδευτική και καλλιτεχνική δράση. Αυτό το τελευταίο θεωρούμε πως έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του δίγλωσσου βιβλίου Χίος Τόπος Εντός, κι από εκεί θα έπρεπε κανείς να ξεκινήσει για να εκτιμήσει στόχους και επιτεύγματά του. Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί φωτογραφικό λεύκωμα ή πέρασμα σε βιβλίο ατομικής έκθεσης φωτογραφίας, υπαρκτής ή επιθυμητής.
Είναι αλήθεια πως το βιβλίο αρθρώνεται ως αρχείο φωτογραφιών του Βογιατζή ο οποίος οδοιπορεί στον τόπο του καταγράφοντας τα ίχνη, όπως γράφει ο ίδιος, «μιας συμπαγούς κατοίκησης» καθώς «[τ]ο παρόν διαστέλλεται και μπολιάζεται αδιάλειπτα από ένα παρελθόν που αναπαρίσταται μέσα από τις τελέσεις των ανθρώπων και τις αναπαραστάσεις της συλλογικής μνήμης».
Ομως έχει προηγηθεί ένα άλλο «οδοιπορικό», εκείνο του Caravan Project, σε έξι πόλεις στην Ελλάδα, με στόχο να δημιουργηθεί μια «Κιβωτός ανθρωπίνων ιστοριών». Ο Βογιατζής με τους συνεργάτες του είναι εφοδιασμένοι με δύο μεταφερόμενες κυκλικές σκηνές, τις ονομάζουν yurt από τις πανάρχαιες σκηνές των νομάδων της Ασίας, τις οποίες στήνουν κάθε φορά, προσκαλώντας τους κατοίκους να μετάσχουν σε μια αφύπνιση που αποκαλύπτει και ενισχύει τη συλλογική τους μνήμη. Δεν τους διασκεδάζει, δεν τους παραμυθιάζει – τους διδάσκει. Και η ματιά του είναι ανθρωπολογική.
Το ίδιο θα συμβεί με το τωρινό οδοιπορικό στη γενέθλια νήσο. Ο Βογιατζής με τέσσερις προσκαλεσμένους, που θα του αφιερώσουν συνοδευτικά κείμενα, στήνει για χάρη μας ένα προσωπικό αυτή τη φορά φαντασιακό «yurt» και το γεμίζει γύρω γύρω με φωτογραφίες του. Μας ζητάει μετά να επισκεφθούμε αυτή τη φαντασιακή έκθεση, για να βιώσουμε μια τελετή μύησης στον τόπο. Αλλά έχοντας μπει κάπως στο πνεύμα του βιβλίου, μπορούμε να ρωτήσουμε υποψιασμένα: Για ποιον τόπο μιλάμε; Εκείνο που πραγματικά ψάχνουμε, μας απαντάει ο Βογιατζής, είναι ο εαυτός μας, οπότε αφήνοντας πίσω «τους φόβους και τις λαχτάρες μας […] να φτάσουμε στο ξέφωτο του εαυτού μας». Να που κι ο Χάιντεγκερ βρέθηκε κάπου εκεί μέσα, ένας σιωπηλός παρών.
Οπότε η Χίος του Βογιατζή δεν είναι μια τυχαία, άνευρη αναπαράσταση ενός γεωγραφικά και χρονικά καθορισμένου νησιού, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που ανιχνεύονται σε οποιαδήποτε μηχανή ψαξίματος ή «οδηγό». Αυτός ο «δύσκολος, δύσθυμος τόπος», όπως σημειώνει, «δεν παραδίδεται εύκολα, δεν αγαπιέται εύκολα». Αντιστέκεται με κάθε μέσο, πολεμώντας ενάντια σε κάθε ευκολία. Τι είναι όμως εκείνο το συστατικό του τόπου που κρύβεται και δεν παραδίνεται πεισματικά; Πιστεύουμε πως ο Βογιατζής, θέλοντας να παραδώσει μια «προσωπογραφία» του τόπου, αναζητά σταθερά τα σημάδια της διαχρονίας, εκείνο το «αδιάσπαστο νήμα στον χρόνο, ενιαία μουσική κλίμακα που ηχεί εσωτερικά», όπως γράφει για τα Μαστιχοχώρια.
Αρα δεν πρόκειται για μια (ρομαντική) παρελθοντολογία ή για μια σκόπιμη αποσιώπηση ενός τραυματικού παρόντος, ούτε για μια βολική ταξινόμηση δεδομένων σε κουτάκια όπως «ιστορία», «οικονομία» ή «ήθη κι έθιμα του τόπου». Μάλλον πρόκειται για την τεκμηρίωση της αλήθειας που κρύβει η συνέχεια του τοπίου. Πουθενά αλλού δεν φαίνεται αυτό τόσο έντονα όσο στις περιγραφές και στις αντίστοιχες εικόνες από το άγριο και κακοτράχαλο βόρειο τμήμα του νησιού, περνώντας την «κεντρική πύλη», που είναι το οροπέδιο του Αίπους.
Εδώ, σημειώνει ο Βογιατζής, ο επισκέπτης μετέχει σε μια «σιωπηλή λιτανεία, οδοιπορεί σιωπηλά σε έναν ξεχωριστό τόπο προσκυνήματος», συναντώντας αρχέγονες μορφές ανθρώπινης παρουσίας, νιώθοντας ότι «τα πράγματα αποκτούν μια παράξενη καθαρότητα». Αυτή η αποκαλυπτική εμπειρία γίνεται αισθητή ως ένα «όλον», ως «ένα καθολικό μνημείο», γράφει ο Βογιατζής. Ετσι, η μυστική αναζήτηση του οδοιπόρου μπορεί να συλλάβει μια άλλη «Χίο» που παύει να συντίθεται από επιμέρους κομμάτια αλλά καταλήγει, ακολουθώντας «μια σπειροειδή κίνηση», σε έναν ατέρμονα κόσμο που τα περιέχει όλα. Οχι μόνο έξω, στην υποβλητική φύση, αλλά ιδίως μέσα στα μυστηριακά εσωτερικά χώρων με τις λεπτές διαβαθμίσεις φωτός.
Ως τώρα ασχοληθήκαμε με τις υπνωτικές φωτογραφίες και το εξομολογητικό κείμενο συνοδείας του Βογιατζή, αφήνοντας απέξω τους υπόλοιπους συντελεστές της έκδοσης. Οι υπόλοιποι τέσσερις συγγραφείς (Μ. Βουρνούς, Δ. Τσούχλης, Σ. Τσιροπινά και Η. Παπαϊωάννου), ο καθένας με τον τρόπο του και την ειδίκευσή του, ορίζουν ξανά τις κεντρικές παραμέτρους του τίτλου, εκείνο το υψιπετές: «Τόπος Εντός». Κρίμα που δεν επαρκεί ο διαθέσιμος χώρος ώστε ν’ αναφερθούμε σε ορισμένες διεισδυτικές επισημάνσεις τους. Ομως θα ήταν ασυγχώρητο αν δεν τονίζαμε τουλάχιστον την εξαιρετική ποιότητα της δουλειάς από την έμπειρη ομάδα εκδόσεων του ΠΙΟΠ σε συνδυασμό με τον καλλιτεχνικό, τόσο ευρηματικό, σχεδιασμό του Θ. Πρεσβύτη και της ομάδας του στο Peak Design.
