ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματά του τη δεκαετία του 1980 και, συνεπώς, εντάσσεται από τους γραμματολόγους στη γενιά των ποιητών που ως επί το πλείστον εκφράζουν και επεξεργάζονται με την ποίησή τους την προσωπική του ο καθένας αγωνία μένοντας μακριά από συλλογικά οράματα· ο Θανάσης Χατζόπουλος, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην ατομική του περιπέτεια, αλλά βάλθηκε εξ αρχής με την ποίησή του να διερευνήσει τόσο την ανθρώπινη κατάσταση εν γένει όσο και μιαν αίσθηση εντοπιότητας από την οποία μεγάλο μέρος των συγχρόνων του έμοιαζε να έχει συνειδητά απομακρυνθεί. Ιδού πώς το θέτει ο ίδιος, από εικοσαετίας ήδη, σε συνέντευξή του στον Π. Περιστέρη:

«Σημασία για μένα έχει πώς αντιμετώπισαν οι Ελληνες τον θάνατο, τον έρωτα, τη ζωή, τι σήμαινε για εκείνους η ελευθερία, πώς στάθηκαν απέναντι στο σώμα και την ψυχή. Από όλα αυτά τα δικά μου ερωτήματα, για τα οποία υπήρχαν ποικίλες απαντήσεις από όλη την πολύχρωμη διαδρομή του Ελληνισμού, κι από τον τρόπο μου να αναρωτιέμαι και να πλησιάζω τις απαντήσεις που είχαν κατά καιρούς δοθεί σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, ίσως από όλα αυτά προκύπτει η πιο προσωπική μου εκδοχή για τη ζωή και τον κόσμο που καλώς ή κακώς δεν τη βλέπω σε διάσταση μ’ αυτόν εδώ τον τόπο και μ’ αυτήν εδώ τη γλώσσα».

Αναζητώντας απαντήσεις («Ο άνθρωπος είναι από κοινού το αίνιγμα και οι λύσεις», διαβάζουμε στις Υπό κατασκευήν σημαίες) μέσα σε αυτήν ακριβώς την πολύχρωμη διαδρομή του Ελληνισμού, ο Θανάσης Χατζόπουλος επιχειρεί να στοχαστεί πάνω στην έννοια της εθνικής ταυτότητας αναπλάθοντας ποιητικά μορφές και περιστατικά της βυζαντινής περιόδου και των χρόνων της οθωμανικής κυριαρχίας.

Αποτελεί συνήθη τακτική του ποιητή να χωρίζει τις συλλογές του σε θεματικές και μορφικές ενότητες, όπως και να καταγράφει την έμπνευσή του άλλοτε σε μακροσκελή και άλλοτε σε συντομότερα ποιήματα. Ετσι και οι Υπό κατασκευήν σημαίες χωρίζονται σε τρεις ενότητες, «Χάραμα στον Κεράτιο», «Κοινοί θνητοί» και «Απόδειπνο στη Νεμπόισα», εκ των οποίων η μεσαία περιλαμβάνει κυρίως πεζόμορφα ποιήματα και οι άλλες δύο ποιήματα που εκτείνονται σε μάκρος δύο έως σχεδόν εκατό στίχων.

Στην πρώτη ενότητα της συλλογής ο ποιητής μυθολογεί το τέλος του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, που για μοναδικό του διάδοχο έχει, όπως λέει, τον εχθρό του, εναλλάσσοντας το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης με το πρώτο όπου παίρνει τον λόγο ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Πρόκειται για ποίημα με ισχυρούς ελυτικούς απόηχους στο ύφος αλλά και στην ιδεολογία του, καθώς η μορφή του αυτοκράτορα εμφανίζεται τη νύχτα της Αλωσης να ξαγρυπνάει και μέσα σε όραμα ν’ ακούει λόγια ελληνικά απ’ τους προπάτορες, «ώσπου εκεί όπου για χρόνο ελάχιστο στον ύπνο δόθηκε / Ξύπνησε με πλήρη την αλήθεια του». Κι εκείνη πια την ύστατη στιγμή καταλαβαίνει το λευκό και την ανθοφορία του τάφου, καταλαβαίνει πως η γλώσσα είναι το θεμέλιο και ο οδηγός κι είναι στο όνομα της γλώσσας του που ο λαός θα αναζητήσει κάποτε την ελευθερία.

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου αφιερώνεται, με τη μορφή μικρών χρονικών, σ’ εκείνους που έχασαν μαρτυρικά τη ζωή τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είτε πολεμώντας ως ήρωες είτε ως άμαχοι υφιστάμενοι την εκδικητική βία του κατακτητή. Εδώ η αφήγηση είναι γραμμική και το ύφος πιο απλό και λαϊκότροπο, όπως και οι νεκροί αφηγητές κάθε περιστατικού που, παραδόξως, μας υποδέχονται στη «ζωντανή μεριά της Ιστορίας».

Αλλος μαρτύρησε παλουκωμένος, άλλον τον έδεσαν νεκρό πάνω στο άλογό του και τον αμόλησαν στο κεντρικό σοκάκι προς εκφοβισμό των υπολοίπων, άλλοι θανατώθηκαν με δόλο κι άλλοι με το δίκοπο μαχαίρι ή το τουφέκι, άλλους τους στήσανε στον τοίχο και άλλοι δώσανε μόνοι τους φρικτό τέλος στη ζωή τους. Πίσω μένουν οι επιζήσαντες και όσοι μέχρι σήμερα νιώθουν ακόμα στην ψυχή τους το κάψιμο της Ιστορίας: «Ξέρουν πως σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή τους / Θα βασανίζονται από ένα αδιόρατο κάψιμο // Που άλλοτε θα πνίγει την πνοή τους βαθιά στο στήθος / Και άλλοτε θα δίνει στην αλήθεια τους μιαν ώθηση ζωής // Προς την ελευθερία».

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, φυλακισμένος στον Πύργο Νεμπόισα, έξω απ’ το Βελιγράδι, όπου και θανατώθηκε, μιλάει τώρα ο Ρήγας Βελεστινλής. Κλεισμένος μες στην πέτρα αλλά και στη δολιότητα των ανθρώπων, με λόγο πυκνό, αφαιρετικό και λυρικό, μετράει τα έργα μιας ζωής δοσμένης σε σελίδες και χαρτιά που πάσχισε να τα μετουσιώσει σε πράξη, ενάντια στην τυραννία των ανθρώπων και στην εξουσία του θανάτου: «Μάζεψα λέξεις πεταμένες καταγής: / αγώνας, ελευθερία, έλληνας // Τις έβαλα σε τάξη· οργάνωσα τη σκέψη μου // Με τις λέξεις κουρέλια ήθελα κινήσω ξεσηκωμό // Με πρόλαβε το τέλος· / Η επανάσταση, λέξεις φωτιά και λέξεις στάχτη».

Με λέξεις, με τις λέξεις των ποιημάτων του, επιχειρεί και ο Θανάσης Χατζόπουλος να δημιουργήσει σύμβολα μιας ταυτότητας και μιας ελευθερίας που διαρκώς πρέπει να κατακτάται: αυτές είναι οι υπό κατασκευήν σημαίες του τίτλου που καλείται ο αναγνώστης να εννοήσει και να διαφυλάξει.