Γέννημα-θρέμμα του εθνοτικού και πολιτισμικού μωσαϊκού της Mitteleuropa, ο Γκρέγκορ φον Ρετσόρι γεννήθηκε το 1914 στο Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνας (στη σημερινή Ουκρανία), στα σύνορα της Αυστροουγγαρίας με τη Ρωσία. Η περιοχή όπου μεγάλωνε προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Ρουμανίας και ο ίδιος, που ανήκε σε μια αυστριακή οικογένεια με μακρινή ιταλική καταγωγή, έγινε Ρουμάνος πολίτης. Τα προπολεμικά επεισόδια που ανακαλεί στη μνήμη του διαδραματίζονται στη «γραφική» ύπαιθρο των Καρπαθίων, στο Βουκουρέστι και στη Βιέννη, τα μεταπολεμικά στο Βερολίνο και στη Ρώμη.
Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, Bildungsroman, κοντά στην αυτοβιογραφία, με πέντε από τα έξι κεφάλαια σε πρωτοπρόσωπη γραφή. Στις αναμνήσεις του, ο Γκρέγκορ συναντιέται με Εβραίους και ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του σχεδόν το ίδιο εμμονικά. Από παιδί άλλωστε κουβαλά, κάπως αδιάφορα, την αντισημιτική παράδοση της οικογένειας και των αριστοκρατικών κύκλων, ακόμη κι όταν αναγνωρίζει τον παραλογισμό της.
Δύο ρωσικές λέξεις επιτείνουν την απόμακρη ειρωνική διάθεση με την οποία ο συγγραφέας περιγράφει, μερικές φορές αριστοτεχνικά, επεισόδια της ζωής του. Στο πρώτο κεφάλαιο, που τοποθετείται χρονικά μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο τίτλος «σκούτσνο» δηλώνει το ανάμικτο συναίσθημα της πλήξης, του πνευματικού κενού, της ροπής στη νοσταλγία, της επιθυμίας.
Το τελευταίο κεφάλαιο, στα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τιτλοφορείται «πράβντα», αλήθεια. Νοσταλγία; Για ποιο πράγμα; Το κυνήγι της αρκούδας και του ελαφιού για χάρη τον οποίων ο πατέρας δεν εγκατέλειψε τα Καρπάθια; Και ποια αλήθεια; Της «ταυτότητας» του αντισημίτη; Ή μήπως της εξόντωσης των Εβραίων, τους οποίους εν τέλει συναντούσε πάντα ως προβολή των δικών του φαντασιώσεων; Αλλωστε, στο βιβλίο δεν υπάρχει χώρος για αναμνήσεις από τα χρόνια 1939-1945. Κενό μνήμης.
Οι παιδικές αναμνήσεις είναι από το σπίτι των θείων, στο χωριό όπου ο Γκρέγκορ συναντά τον Γκόλντμαν, παιδί μιας οικογένειας «Ανατολικών Εβραίων», που διαθέτει ευφυΐα, μόρφωση και μουσικό ταλέντο. Η συνάντηση ελάχιστα κλονίζει τα αντισημιτικά στερεότυπα, αλλά αναστατώνει την οικογενειακή τάξη. Η επαναστατική νιότη που ωθεί τον ήρωα να απομακρυνθεί από την οικογένεια και την τάξη του, τον φέρνει στο Βουκουρέστι όπου αναγκάζεται να κερδίσει το ψωμί του με επαγγέλματα που περιφρονεί.
Μέσα στις αντιθέσεις της μεγάλης πόλης, που αργότερα θα αποκαλέσει «πατρίδα», πλάθει τον εαυτό του ανάμεσα στο όνειρο της ανεκπλήρωτης καλλιτεχνικής δημιουργίας και την πραγμάτωση των ερωτικών του επιθυμιών. Συναντά Εβραίους, άνδρες, και κυρίως γυναίκες με υπέρμετρη σεξουαλικότητα ή ξεχωριστή μόρφωση, που τον σαγηνεύουν, Εβραίους τους οποίους ο αναγνώστης του βιβλίου βλέπει μέσα από τα στερεότυπα της ματιάς του ήρωα. Ζώντας για λίγο σε ένα εβραϊκό πανδοχείο ομολογεί: «Δεν ήθελα να κάνω τίποτα που δεν θα ενέκριναν οι άλλοι».
Από το Βουκουρέστι επιστρέφει στη Βιέννη για να ακολουθήσει σπουδές, τις οποίες παραμελεί για να αφοσιωθεί συστηματικά στη διασκέδαση. Στη Βιέννη, όπου «κανείς δεν σε ρωτούσε πού είχες γεννηθεί, αλλά σε ποια τάξη ανήκες […] και αν ήσουν γενναίος, δίκαιος και πιστός στη σημαία του ηγεμόνα σου», παρακολουθεί αμέτοχος να τηρούνται όρκοι πίστης στην Αυτοκρατορία, οι ίδιοι από την εποχή του Καρλομάγνου έως τους Αψβούργους.
Ωστόσο, η ειρωνική αποστασιοποίηση από την επινόηση μιας «γερμανικότητας», ο σαρκασμός για την εθνοφρουρά, «που υπερασπιζόταν τις ηθικές αξίες, για παράδειγμα, το καθαρό μυαλό που εξασφάλιζε ο φρέσκος αέρας του βουνού ή η χαρά τού να σκοτώνεις αγριοκάτσικα και να μαζεύεις εντελβάις – της Στυρίας του Τιρόλου, της Καρινθίας…», δεν επηρεάζουν την απάθεια απέναντι στην «τήρηση των όρκων», που τώρα περιλαμβάνουν και αντισημιτικές διώξεις: απαθής, όπως συνήθως, ζει τις ώρες του Anschluss στη Βιέννη. Αλλωστε, τους δικούς του όρκους τους προδίδει με πολλές ευκαιρίες, χάριν ευκολίας, από αδιαφορία, από κομφορμισμό.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, το μοναδικό σε τρίτο πρόσωπο, παρακολουθούμε επεισόδια και σκέψεις του ήρωα στον μεταπολεμικό κόσμο. Περπατά στη Ρώμη και αναρωτιέται πόσο οι ταυτότητες που είχε στο παρελθόν ήταν αληθινές ή μυθοπλαστικές εκδοχές του εαυτού του, για να ξεγλιστρά από την πραγματικότητα.
Αναγνωρίζει στον εαυτό του «ταυτότητες που δεν ήταν φτιαγμένες από το σίδερο του σταθερού χαρακτήρα που ορίζει απαρέγκλιτα την πορεία μιας ζωής, αλλά από υλικά πιο ελαφριά και πιο εύπλαστα». Σαρκαστικά βλέπει τις μεταμορφώσεις του ήρωα ως τη «βιογραφία ενός Λευκού Ευρωπαίου: «ενός σκωροφαγωμένου επιζήσαντα ενός λαμπερού χαμένου κόσμου», αδιάφορου και αποτυχημένου σε όλες τις σχέσεις που επιχειρεί. Αλληγορικά, το παιδί που γεννιέται από τη σχέση του με μια Εβραία, νευρωτική επιζώσα του Ολοκαυτώματος πεθαίνει.
Το καλογραμμένο μυθιστόρημα ασκεί στον αναγνώστη γοητεία. Υπάρχει, όμως, κάτι ενοχλητικό. Οχι επειδή ο ήρωας περιγράφεται ως αντισημίτης, αλλά επειδή ο αφηγητής είναι εντυπωσιακά συγκαταβατικός μαζί του. Κλείνοντας το βιβλίο νιώθει κανείς την επιθυμία να καλύψει τα κενά μνήμης του συγγραφέα επιστρέφοντας στον κόσμο της Mitteleuropa μέσα από κάποιους άλλους, πολύ γνωστούς, που γεννήθηκαν και αυτοί στο Τσέρνοβιτς (Απελφελντ, Τσέλαν, Πάγκις…).
