Ο Λόρενς Φερλινγκέτι, ποιητής και ζωγράφος, βιβλιοπώλης και εκδότης, ενεργός πολίτης και ειρηνιστής αναρχικός, ο οποίος πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου του 2021 έχοντας αξιωθεί να ζήσει εκατόν δύο χρόνια σε αυτόν τον πλανήτη, υπήρξε ο τελευταίος εκπρόσωπος της γενιάς των Αμερικανών μπιτ συγγραφέων και, ταυτόχρονα, ο λιγότερο μπιτ απ’ όλους. «Οταν εγώ έφτασα στο Σαν Φρανσίσκο», δήλωσε σε μια συνέντευξή του ο ίδιος, «φορούσα ακόμα τον γαλλικό μου μπερέ. Οι μπιτ δεν είχαν έρθει ακόμα. Ημουν επτά χρόνια μεγαλύτερος από τον Γκίνσμπεργκ και τον Κέρουακ, απ’ όλους, εκτός απ’ τον Μπάροουζ. Και μόνο αργότερα ήρθα σε επαφή μαζί τους, όταν άρχισα να δημοσιεύω τα έργα τους».
Στο Σαν Φρανσίσκο, την πόλη με την οποία συνέδεσε έκτοτε άρρηκτα το όνομά του, έφτασε το 1951, με διαμορφωμένη ήδη, σε μεγάλο βαθμό, την προσωπικότητά του, πριν ακόμα συναντηθεί με τους συγγραφείς με τους οποίους κατά καιρούς συσχετίζεται. Γεννήθηκε το 1919 λίγο έξω από τη Νέα Υόρκη από γονείς ιταλικής και γαλλικής καταγωγής. Μετά τον θάνατο του πατέρα του και τον εγκλεισμό της μητέρας του σε ψυχιατρική κλινική, όσο εκείνος ήταν ακόμα βρέφος, τη φροντίδα του ανέλαβε μια θεία του με την οποία έζησε τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του στη Γαλλία. Επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη πέντε χρόνια αργότερα, το 1924, οπότε ο Φερλινγκέτι ορφάνεψε για δεύτερη φορά και υιοθετήθηκε από μια νέα οικογένεια. Τότε πια άρχισε να μαθαίνει από την αρχή την αγγλική γλώσσα.
Τα κατάφερε μια χαρά ωστόσο και, μετά το σχολείο, σπούδασε Λογοτεχνία πρώτα στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας και στο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και ύστερα πίσω στη Γαλλία, στη Σορβόνη, όπου γνώρισε και μελέτησε με πάθος τη γαλλική ποίηση και ζωγραφική. Στο ενδιάμεσο, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε στο πολεμικό ναυτικό παίρνοντας μέρος σε αποστολές στην Ευρώπη και στον Ειρηνικό, για να μισήσει τον πόλεμο για πάντα. Ετσι, όταν τελικά εγκαταστάθηκε στο Σαν Φρανσίσκο, είχε ήδη ανακαλύψει την ποίηση των λίγο μεγαλύτερων και συγχρόνων του Αμερικανών ποιητών και είχε ήδη αρχίσει να γράφει τα δικά του ποιήματα.
Δύο χρόνια αργότερα άνοιξε, μαζί με τον Πίτερ Ντ. Μάρτιν, το City Lights, το πρώτο βιβλιοπωλείο που διέθετε μόνο χαρτόδετα βιβλία, και πολύ σύντομα τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο, στον οποίο δημοσίευσε τη διαβόητη ποιητική συλλογή Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα του Αλεν Γκίνσμπεργκ. Βιβλίο που από τις αρχές θα χαρακτηριστεί άσεμνο και θα οδηγήσει τους δύο ποιητές σε δίκη, την οποία ο Φερλινγκέτι θα κερδίσει κερδίζοντας ταυτόχρονα μια μεγάλη νίκη υπέρ της ελευθερίας του λόγου στην Αμερική. Το Ουρλιαχτό θα πουλήσει, τις επόμενες δεκαετίες, περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα· το ίδιο και το Λούνα παρκ του νου, η δεύτερη ποιητική συλλογή του ίδιου του Φερλινγκέτι που εκδόθηκε το 1958 και είναι έκτοτε ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία αμερικανικής ποίησης.
Το όνομά του, ως ποιητή και εκδότη, θα είναι πια άρρηκτα συνδεδεμένο με το κίνημα των μπιτ, των οποίων θα δημοσιεύσει πλήθος βιβλίων και τους οποίους συχνά θα φιλοξενήσει και θα παρουσιάσει στο City Lights. Ο ίδιος, ωστόσο, διαφέρει ουσιωδώς απ’ αυτούς. Κατ’ αρχάς ο τρόπος ζωής του απέχει πολύ από τον δρόμο και το περιθώριο όπου οι περισσότεροι από τους μπιτ συγγραφείς θα αναζητήσουν την έμπνευση για το έργο τους και το απόλυτο για τη ζωή τους. Ο Φερλινγκέτι θα διευθύνει συνετά και ελεύθερα την επιχείρησή του, επιμένοντας στην ανάγκη να υπάρχουν μικρά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, θα παντρευτεί και θα αποκτήσει δύο παιδιά, θα στρατευθεί στο οικολογικό κίνημα, θα δραστηριοποιηθεί στην τοπική κοινωνία του Σαν Φρανσίσκο και θα αναπτύξει μια δομημένη πολιτική σκέψη που, αυτή κυρίως, θα τον διαφοροποιήσει από τους συχνά δίχως πολιτική συνείδηση παρορμητικούς μπιτ συγγραφείς.
Πρώτα και πάνω απ’ όλα, ωστόσο, ο Φερλινγκέτι υπήρξε ποιητής· και πίστευε πως η ποίηση πρέπει να φτάνει στους αναγνώστες και να γίνεται άμεσα κατανοητή από αυτούς: «Ποιητές, βγείτε απ’ τα ντουλάπια σας, / ανοίχτε πόρτες και παράθυρα, / πολύ καιρό τρυπώσατε / μες στους κλειστούς σας κόσμους». Η ποίησή του κινείται με ακρίβεια ανάμεσα στον βόρειο και τον νότιο πόλο της αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα: ανάμεσα στο πολιτικό και το αυτοβιογραφικό, ανάμεσα στη μοντερνιστική και την εξομολογητική έκφραση, ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Η μαθητεία του στη μοντέρνα γαλλική ποίηση πλούτισε την έντονα κοινωνική του συνείδηση με μια υπερρεαλιστική ελευθερία και ένα διαυγές χιούμορ που τον ξεχωρίζει από κάθε άλλο σύγχρονό του ποιητή:
«Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε / αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία / δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική / αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης / πού και πού όταν όλα πάνε καλά / γιατί ακόμα και στον παράδεισο / δεν τραγουδούν όλη την ώρα. / Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε / αν δεν σας νοιάζει / που μερικοί άνθρωποι / πεθαίνουν όλη την ώρα / ή έστω απλώς λιμοκτονούν κάποιες ώρες / στο κάτω κάτω δεν πειράζει / αφού δεν είστε εσείς».
