Με το πρώτο της βιβλίο, το Κήτος (Κίχλη, 2017), η Ούρσουλα Φωσκόλου απέσπασε το βραβείο Νέου Λογοτέχνη «Εναστρον-Κλεψύδρα» καθώς και το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα. Στη συνέχεια, συμμετείχε στο μυθιστόρημα Δυο της υποφαινόμενης, με δύο παραμύθια και επτά επιστολές που εντάσσονταν στην πλοκή και διατηρούσαν πολλά από τα χαρακτηριστικά των σύντομων πεζών του Κήτους: έκκεντρη ματιά, αίσθημα που κοχλάζει κάτω απ’ την ήρεμη επιφάνεια, λεπταίσθητη γλώσσα που η πυκνότητα και η εσωτερική της μουσικότητα παραπέμπουν στην ποίηση. Στο νέο της βιβλίο, την Παναγία των Εντόμων, η Φωσκόλου απομακρύνεται από τα οικεία της εδάφη της πολύ μικρής φόρμας και μας παραδίδει μια σκοτεινή νουβέλα με φόντο το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας.

Ο αφηγητής, ένας νεαρός άντρας, περιφέρεται από αίθουσα σε αίθουσα παρατηρώντας με πυρετική προσήλωση όχι μόνον τα εκθέματα αλλά και μικρές λεπτομέρειες του χώρου. Κάθε αίθουσα του μουσείου αντιστοιχεί και σε διαφορετικό κεφάλαιο ενώ παρεμβάλλονται διαδοχικές αναδρομές στα γεγονότα της προηγούμενης μέρας, πυροδοτούμενες από τις εικόνες που αντικρίζει ο αφηγητής.
Ψηφίδα την ψηφίδα συμπληρώνεται η φρικώδης εικόνα όσων έχει διαπράξει υπό την επήρεια ενός ισχυρού αισθήματος που έτρεφε για μια συμμαθήτριά του στο νηπιαγωγείο. Μέσω μιας περιγραφής του περιβάλλοντος χώρου έτσι όπως τον προσλαμβάνει όχι μόνο το βλέμμα του αφηγητή αλλά και αισθήσεις πιο στενά συνδεδεμένες με τη μνήμη, όπως είναι η όσφρηση και η αφή, η Φωσκόλου καταφέρνει να αποδώσει λεπτές αποχρώσεις του ψυχισμού, μια τεχνική που μου θύμισε τη Γιαπωνέζα Γιόκο Ογκάουα.
Στο τελευταίο κεφάλαιο η μετατόπιση της αφηγηματικής φωνής σε μια υπάλληλο του μουσείου μάς προσφέρει, μέσα από τις κάμερες ασφαλείας, μια αποστασιοποιημένη, ρεαλιστική εικόνα του νεαρού άντρα, επιτρέποντάς μας έτσι να αντικρίσουμε απ’ έξω όσα βλέπαμε μέχρι τώρα από τη δική του διασαλευμένη οπτική γωνία. Ως κεντρικό θέμα της νουβέλας αναδεικνύεται ο ακραία εξιδανικευμένος έρωτας καθώς και η σχέση του με το ιερό και την παράνοια, καθώς επίσης και οι καθοριστικής σημασίας εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.
«Κατάγομαι από τα παιδικά μου χρόνια, όπως από μια χώρα», ήταν οι στίχοι του Σαραντάρη, που είχε χρησιμοποιήσει η συγγραφέας στο Κήτος ως προμετωπίδα, και, όπως εκεί, έτσι κι εδώ τα αισθήματα κι οι πράξεις του ήρωα έχουν βαθιές ρίζες στα χώματα των παιδικών βιωμάτων. Στην Παναγία των εντόμων η γλώσσα, αποβάλλοντας τον έντονα μουσικό, ρυθμικό χαρακτήρα που ταίριαζε περισσότερο στα μικρά πεζά, διατηρεί την ποιητικότητα και τη λεπτοφυή της δύναμη. Αρτια η αισθητική επιμέλεια της νουβέλας και ιδιαιτέρως το εξώφυλλο με τη γυμνή πλάτη που διαστίζουν φύλλα, άνθη και φτερά.

Σε νέα εδάφη ξανοίγεται και το μυθιστόρημα Αθελά μας της Ελένης Μπουκαούρη, η οποία έχοντας θητεύσει μέχρι πρόσφατα στην ποίηση και στη μικρή φόρμα (με τρεις ποιητικές συλλογές από τις εκδ. Γαβρηιλίδης και μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Οκτωμισάρια», εκδ. Κέδρος) καταπιάνεται πρώτη φορά με τη μεγάλη φόρμα. Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από τους «Malgre nous», ένα σώμα Αλσατών που στρατολογήθηκαν παρά τη θέλησή τους και υπηρέτησαν στο πλευρό των ναζί. Η μυθοπλαστική αφετηρία έχει λοιπόν τις ρίζες της σε ένα πολύ ενδιαφέρον -και μάλλον άγνωστο στο ευρύ κοινό- ιστορικό γεγονός μιας περιοχής διαφιλονικούμενης ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία, που ανήκε διαδοχικά πότε στην επικράτεια της μιας και πότε της άλλης.
«Μας πήραν με το ζόρι, άθελά μας, ήμασταν οι “Malgre nous”. Αν το σκάγαμε, τότε την πλήρωνε η οικογένειά μας, κι ο πατέρας μου με υποχρέωσε, άντε, πήγαινε μαζί τους, δεν έχω όρεξη να φάω καμιά σφαίρα στο κεφάλι εξαιτίας σου», εξομολογείται ο Αλσατός πεθερός του Ακη, ενός από τους κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος. Στο ίδιο σώμα είχε πολεμήσει κι ο Φιλίπ Μαγέρ, πατέρας μιας άλλης ηρωίδας, της Λουίζας, παίρνοντας μάλιστα μέρος στον εμπρησμό μιας εκκλησίας όπου είχαν καταφύγει γυναικόπαιδα στο χωριό Οραντούρ-σιρ-Γκλαν.
Με αφορμή μια απόπειρα λογοτεχνικής μετεγγραφής ιστορικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην Αλσατία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από μέρους της Ειρήνης (μιας ερωμένης του Ακη όσο ζούσαν κι οι δυο στο Στρασβούργο) μας παρέχονται αρκετές πληροφορίες, ίσως μάλιστα περισσότερες κι απ’ όσες θα ήταν αναγκαίες για τη σύνδεση των ιστορικών γεγονότων με τα τεκταινόμενα στο μυθιστόρημα. Πού στηρίζεται όμως αυτή η σύνδεση;
Γίνεται σταδιακά σαφές ότι η συγγραφέας, μέσω αποσπασματικών αφηγήσεων, ημερολογιακών καταγραφών, εσωτερικών μονολόγων και σύντομων πεζών δημοσιευμένων στο διαδίκτυο, επιχειρεί να αποτυπώσει την αίσθηση μιας εν πολλοίς αθέλητης συμμετοχής στα γεγονότα της ζωής: επίδοξοι συγγραφείς που περιορίζονται σε δημοσιεύσεις κειμένων σε ηλεκτρονικά περιοδικά χωρίς ποτέ να κατορθώσουν να γράψουν το επιθυμητό «μεγάλο έργο», άνθρωποι που πλήττονται αιφνίδια από θανατηφόρα αρρώστια και βλέπουν τη ζωή να στραγγίζει από ένα σώμα που η μόνη του πραγματικότητα είναι πλέον ο πόνος, μετανάστες και πένητες που επιζητούν τροφή κι ασφάλεια σ’ ένα περιβάλλον που δεν τους υπόσχεται τίποτα απ’ τα δύο, αλλοδαπές γυναίκες που βρίσκονται αίφνης στην υπηρεσία άγνωστων ηλικιωμένων, ηλικιωμένοι που ξαναβιώνουν όσα άθελά τους διέπραξαν.
Τη σύνδεση των επιμέρους αυτών ιστοριών θα βοηθούσε, κατά τη γνώμη μου, μια πιο στιβαρή κεντρική αφηγηματική γραμμή, που θα τις ένωνε με πιο ευδιάκριτο τρόπο σε ένα όλον. Κι αυτό το επισημαίνω καθώς υπάρχουν επιμέρους αποσπάσματα που αφήνουν να διαφανούν η γλωσσική καλλιέργεια και η ποιητική ευαισθησία της συγγραφέως.
