Η σημερινή εποχή φαντάζει για την ψυχανάλυση δύσκολη όσο όλες, ίσως, με τη νευροφυσιολογία, τη γνωσιακή επιστήμη και τον συμπεριφορισμό να προβάλλουν ως οι σύγχρονες εκφάνσεις παραδοσιακών εχθρών αυτής της «θεωρίας της ψυχής που την πέρασαν για επιστήμη», όπως έγραφε κάποτε ο Καστοριάδης.
Ειδικά ωστόσο για τη φροϊδική ψυχανάλυση, οι δυσκολίες σήμερα ενδέχεται να είναι μεγαλύτερες από τις συνήθεις, καθώς η σκέψη του Φρόιντ, εδώ και αρκετές δεκαετίες, βάλλεται όχι μόνο από τη θετικιστική Δεξιά, αν μας επιτρέπεται η έκφραση, αλλά και από τη διανοητική και πολιτική Αριστερά, η οποία, ιδίως όταν είναι ψυχαναλυτικά ενημερωμένη, βλέπει στο πρόσωπο του ιδρυτή πατέρα την επιμονή ή την αναθύμηση δεινών που θα έπρεπε πια να είχαν ξεπεραστεί οριστικά. Η περίφημη περίπτωση του Προέδρου Σρέμπερ, μια ανάλυση χωρίς πραγματικό αναλυόμενο, με αντικείμενο των παρατηρήσεων του Φρόιντ τα απομνημονεύματα του ανώτερου δικαστικού Ντάνιελ Πάουλ Σρέμπερ για τη «νευρασθένειά» του, παραμένει εμβληματική και από αυτή την άποψη.
Εχοντας μείνει στην Ιστορία ως το φροϊδικό εκείνο κείμενο που αποδίδει την ψύχωση στην απωθημένη ομοφυλοφιλία του ασθενούς, ο Πρόεδρος Σρέμπερ μοιάζει σήμερα να σκανδαλίζει όσο πριν από εκατό και πλέον χρόνια, τον καιρό που γράφτηκε, αν και για τον αντίθετο πλέον λόγο: ενώ στις αρχές του προηγούμενου αιώνα η υπόθεση ότι ένας καθ’ όλα ευυπόληπτος δημόσιος λειτουργός μπορεί να έπασχε από απωθημένη ομοφυλοφιλία είχε να αντιμετωπίσει τον περιβάλλοντα συντηρητισμό που έκρινε απαράδεκτη τη σύνδεση ομοφυλοφιλίας και κοινωνικού γοήτρου, στα νεότερα χρόνια είναι η σύνδεση ομοφυλοφιλίας και δριμείας ψυχικής νόσου που κρίνεται ευλόγως ανυπόφορη.
Αναγνώσεις όπως του Κανέτι ή των Ντελέζ και Γκουαταρί, εστιασμένες στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Σρέμπερ, συνέβαλαν σημαντικά στο να επικρατήσει η εντύπωση ότι, αναλύοντας τον Πρόεδρο, ο Φρόιντ συγκάλυπτε πίσω από την αντιομοφυλοφιλική του προκατάληψη το «εξουσιαστικό» ή και «πρωτοφασιστικό» παραλήρημα ενός εθνικιστική και αντισημίτη Γερμανού μεγαλοαστού, κανονικού και ειδεχθούς τέκνου ενός αυταρχικού πατέρα που έμεινε γνωστός ως εμπνευστής μιας οριακά κακοποιητικής «γυμναστικής» για την καταπολέμηση του παιδικού αυνανισμού και άλλων κοινωνικών μιασμάτων. Ομως η, τρόπον τινά, θετική ματιά του Φρόιντ στον Σρέμπερ προσφέρεται ευτυχώς και για πιο γόνιμα συμπεράσματα.
Οφείλουμε στον Λακάν, ο οποίος θεωρούσε τον Πρόεδρο Σρέμπερ ένα γραπτό πιο σημαντικό και πιο πρωτότυπο ακόμα και από την ίδια την Ερμηνεία των ονείρων, ότι ανέδειξε δύο στοιχεία τα οποία ο Φρόιντ δεν παύει να τονίζει αλλά, μοιραία σχεδόν, επισκιάζονται από τη φαντασμαγορία του υποτιθέμενου ομοφυλοφιλικού αιτίου: τον ρόλο που παίζει στον ιδιάζοντα μηχανισμό της ψύχωσης η πατρική φιγούρα (όχι ως βιολογικός ή πολιτισμικός κληροδότης, αλλά υπό ακύρωση ή «διάκλειση», κατά Λακάν, όνομα-του-πατέρα) και την κατανόηση του ψυχωτικού παραληρήματος όχι ως «παραγωγής ασθενείας», αλλά ως «προσπάθειας θεραπείας», «ανοικοδόμησης», όπως γράφει ο Φρόιντ (σελ. 87-88). Και μολονότι ο Λακάν προσάπτει στον Φρόιντ ότι ανάγει ουσιαστικά την ψύχωση στον λιβιδινικό μηχανισμό της νεύρωσης –εξ ου και η έμφαση στην ομοφυλοφιλία–, ο μη ειδικός αναγνώστης μπορεί να παρακάμψει την ένσταση περί αναγωγισμού και να εστιάσει, για παράδειγμα, στη μνημειώδη ενότητα «Για τον παρανοϊκό μηχανισμό», όπου ο Φρόιντ συμπυκνώνει μέσα σε λίγες σελίδες τη θεωρία του για τον ναρκισσισμό, την απώθηση και τον σχηματισμό συμπτωμάτων, αυτοσχεδιάζοντας πάνω στα μη δεσμευτικά μοτίβα μιας απλής ψυχωτικής «εξιστόρησης» και προσθέτοντας όλες τις αναγκαίες επιφυλάξεις ώστε να μην απολιθωθεί η ψυχο-λογία του σε άκαμπτο επιστημονισμό, όπως, αλίμονο, ίσως και να συνέβη τελικά, αν πιστέψουμε τον Καστοριάδη.
Απέναντι σε ευμενείς ή λιγότερο ευμενείς επικριτές, μαθητές ή αρνητές, ο Φρόιντ βρίσκεται σήμερα εκτεθειμένος και άλλο τόσο συναρπαστικός: η φρεσκάδα των απαρχών μιας ολόκληρης διανοητικής και κλινικής παράδοσης δεν ζωογονεί μόνο τα φροϊδικά κείμενα, κάνοντάς μας να ξεχνάμε με προθυμία συνεχιστές και αμφισβητίες τους, αλλά και το επέκεινά τους, τη μεταφροϊδική ψυχαναλυτική όσο και φιλοσοφική ή πολιτική σκέψη, γεννώντας διαρκώς ερωτήματα, αφήνοντας ανοιχτές δυνατότητες που μπορεί να μοιάζουν ακόμα τόσο απίθανες όσο έμοιαζε και η ίδια η γεννώμενη ψυχανάλυση στη Βιέννη του τέλους του 19ου αιώνα.
Είναι έντονη η αίσθηση –που δεν αργεί να γίνει βεβαιότητα όσο διαβάζει κανείς φροϊδικά κείμενα εν γένει, και όλως ιδιαιτέρως τον Πρόεδρο Σρέμπερ– ότι ο μεγαλύτερος επικριτής του Φρόιντ είναι ο ίδιος ο Φρόιντ, ο οποίος, προπάντων στα κλινικά του γραπτά, υιοθετεί την προσωρινότητα της πράξης και της έμπνευσης ως χρονικότητά του και την παρέκκλιση ως κανόνα του, με την προσφυγή στην αυθεντία να γίνεται η (εξωκειμενική, συνήθως) εξαίρεση. Δεν θα μπορούσαμε να ζητήσουμε περισσότερα από μια θεωρία, ούτε καν στις μέρες μας.
