ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Στασινοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η φιλόλογος Δήμητρα Κουβάτα εμφανίστηκε το 2017 με την ευπρόσωπη συλλογή Σκυλί δεμένο. Ηταν εμφανείς εκεί οι καταβολές της από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Με υπερεκχειλίζον συναίσθημα που όμως δεν μπουκώνει, ούτε πνίγει τον αναγνώστη. Χωρισμοί, διαψεύσεις, απώλειες, θεμέλια σπιτιών που δεν στέριωσαν, μια έγνοια για τις ζωές όλων, για τις καλύτερες ζωές όλων. Τα ποιήματα: «Αστική ευγένεια», «Συ είπας», «Τέλος εποχής», «Οικιακή οικονομία» «Η κοίμηση», «Στην τοπική διάλεκτο των πουλιών» και το συγκλονιστικό «Η μάνα μου», ώριμα ήδη.

Υποσχέσεις…

Τρία χρόνια μετά επανέρχεται με το Καθαρό οινόπνευμα. Τίτλος από στίχο του Καρούζου: «Αυτοψυχίατρος είν’ ο ποιητής με καθαρό οινόπνευμα». Πρόκειται για διμερή σύνθεση που την απαρτίζουν: Α. «Φερτά υλικά» και Β. «Εως την πέτρα οργωμένα». Συναισθήματα πιο προχωρημένα, καταστάσεις αμετάκλητες. Εδώ μπαίνει η αρρώστια, ο βιωμένος θάνατος, ο ξεθυμασμένος έρωτας και η προδοσία. Με άλλα λόγια το τραύμα και η απώλεια. Τα φερτά υλικά της εμπειρίας και του συναισθήματος, τα υδατορεύματα της ψυχής, που παρασύρονται στους κινητούς πυθμένες τού συνειδητά υποσυνείδητου. «Για όλα να γράψω ένα επίθετο, μια μεταφορά ή ένα σχήμα λόγου εύστοχο. / Μπορούσα. / Ολα φερτά υλικά κι ανούσια προίκα» ή «Χωράφια οι πάλαι ποτέ μας εραστές / κορμιά / έως την πέτρα οργωμένα».

Εικόνες που φωτίζουν συναισθήματα: «Θα στάζουνε τον ιδρώτα οι λιμνοθάλασσες. / Και γύρω, να στολίζουν το Αιγαίο σου / τα φώτα μου, / φώτα βυθού που ανέσυρα για σένα./ Δεν θέλω ώς και στον ύπνο σου / το κάθαρμα που είσαι / να θυμίζεις».

Πολλά τα ιδιαίτερα ποιήματα. Το εξαίσιο «Βραχνό πουλί» που συνομιλεί με το «Η μάνα μου» από την πρώτη συλλογή, αλλά και τα: «Η δενδροκόμος», «Οσμάντακα Λάζαρος», «Σε τατουάζ τριανταφυλλί» «Στο τρίτο ουίσκι» κ.ά. Στο μεταίχμιο λογικής και συναισθήματος και το τελευταίο ποίημα: «Μέδομαι λένε αλλιώς το σκέφτομαι», εμπνευσμένο από την πικρή ζωή της Μήδειας, κλείνει δυνατά τη συλλογή: «Με σφίγγει απόψε το βραχιόλι που μ’ αγόρασε / όταν απ’ την Κολχίδα δραπετεύαμε / και το Αιγαίο φαινότανε μικρό να μας χωρέσει» αρχίζει∙ και τελειώνει: «Λείπεις πολύ, Ιάσονα, στα ξένα κρεβάτια / Και δεν ευθύνομαι εγώ, γι’ αυτό που θα προκύψει».


Με τον τίτλο Χείλη στο μέτωπο, εικόνα ανήσυχης μητρικής στοργής, σε πρώτο συνειρμό, ήρθε στα χέρια μου το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, δραστήριου όμως τραγουδοποιού και συνθέτη, Μιχάλη Κλεάνθη. Ποίηση νεανική και ενοχική, τρυφερή και ανθρώπινη. Πολλή μοναξιά, εγκατάλειψη και φόβος. Απώλειες και τραύματα, όνειρα, ελπίδες και αντοχές. Συνειδητά και με δύναμη βιωμένες καταστάσεις.

Υποσχέσεις…

Το πρώτο, δίστιχο ποίημα, με τίτλο «Δικό μου»: «Δεν μπορώ να μιλήσω / Ακου με εσύ», τόσο απλά, παραπέμπει στη δυστοκία της ποιητικής έκφρασης αλλά και στους περιορισμένους αποδέκτες της∙ μήπως όμως σε συγκεκριμένον, στην αρχή, αποδέκτη και στον προσωπικό χαρακτήρα που θέλει να δώσει ο ίδιος ο ποιητής στο έργο του;

Η συλλογή, λυρική και πρωτοπρόσωπη ακολουθεί την πορεία της ζωής. Από τη χαμένη αθωότητα που «τις νύχτες του χειμώνα / επιστρέφει / για να με σκεπάσει»∙ πηγαίνει στην ενηλικίωση: «Ξέρω / ότι μ’ αγάπησες με δόλο, / και θες αργά να με δολοφονείς / Θα με σκοτώσεις / τελικά στον ύπνο μου / Δεν το αντέχεις να ονειρεύομαι»∙ προχωρεί μετά στην ωριμότητα: «Με συζύγους και παιδιά / που λείπουν διακοπές», «κι αυτός / κουβάλησε τον θάνατο / για να μας φοβερίσει»∙ η ωριμότητα φέρνει και τη συνειδητοποίηση: «Στο σκοτάδι φαίνονται όλα / Οταν περπατάς μέσα στη νύχτα / σε άδειες λεωφόρους / δίχως μάρτυρες / Κι αντέχεις τη διαδρομή /μ’ αξιοπρέπεια».

Ποίηση αισθαντική. Από τα χειροπιαστά και τα ορατά πηγαίνει στα αόρατα και τα μεταθανάτια «Δεν έχει έλεος το σύμπαν δηλαδή», « Ο κύκλος έκλεισε / Στο κέντρο του κυλάει ένα δάκρυ»∙ και η μοναξιά που παραμονεύει: «Μια φορά / σ’ ένα δρόμο σκοτεινό / κοντά στο σπίτι /σε είδα / Ησουν μια μοναξιά / που τραγουδούσε./ – Οι μοναξιές δεν τραγουδούν / σου λέω / – Μπορεί / Ομως εγώ / είμαι η δική σου μοναξιά»∙ ή προκύπτει ως απότοκο ενός χωρισμού: «Κουνιέται ακόμα το κλειδί / στην πόρτα / Μόλις έφυγες».

Ζωντανές εικόνες, σαν κινηματογραφικές σκηνές, και ένας πεζολογικός χαρακτήρας, ευτυχώς όχι συχνός, που παρατηρείται, επιτρέπουν την αφηγηματική ανάπτυξη των ποιημάτων.

Οταν η ποίηση, που αρδεύεται από το βίωμα, μεταστοιχειώνεται με έλεγχο και φειδώ, κανείς δεν χάνει.