Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να φέρουν τον χαρακτηρισμό «χώρα της ευκαιρίας» αλλά περιγράφονται καλύτερα από τη φράση «χώρα της αφήγησης». Δεν χρειάζεται να είναι κανείς συγγραφέας (ή αναγνώστης) για να απολαύσει την αφήγηση. Οι ιστορίες των ανθρώπων σε βρίσκουν σε όλες τις γωνιές της παρουσίας σου εκεί με τον πιο φυσικό τρόπο και αναπτύσσονται πλάι σου με μια ευκολία μοναδική.
Ακόμη και η πιο αφιλόξενη γωνιά των ΗΠΑ αποτελεί πρόσφορο έδαφος για να αναγνωρίσεις σαν επισκέπτης τις ιστορίες να χαράζονται δίπλα σου – απλά το πιο πιθανό είναι πως στη συγκεκριμένη περιοχή ίσως δεν είναι αφηγήσεις που θα σ’ αρέσουν. Οι αφηγήσεις ξεκινούν τυχαία μέσα σε ένα μπαρ, στο σούπερ μάρκετ, στο συνεργείο που επισκευάζεις το αυτοκίνητό σου και δημιουργούν ένα πλέγμα από ιδέες που συνδέονται στο πλαίσιο αυτής της εσωτερικά ασύνδετης χώρας. Ενα μικρό δείγμα σύγχρονων μικροαφηγήσεων αυτού του τύπου μπορεί κανείς να μελετήσει στο Interview Project του David Lynch.
Οι γενιές των Αμερικανών συγγραφέων του 20ού αιώνα αφουγκράστηκαν με περισσή προσοχή αυτές τις αφηγήσεις ώστε να αποτελέσουν έμπνευση για κείμενα που χαρακτηρίζονται αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Πάνω σ’ αυτές τις εμπνεύσεις επέδρασαν συγγραφείς και κριτικοί όπως ο Nabokov, ο Bellow και ο Bloom για να οδηγήσουν τους συγγραφείς σε βήματα προς τον βρόμικο ρεαλισμό του Bukowski, του Carver, του McCarthy, αλλά και προς τον σκληρό μεταμοντερνισμό του Pynchon, του πρώιμου DeLillo και του Barth. Και τα δύο αυτά ρεύματα κυριάρχησαν στη λογοτεχνική παραγωγή της αμερικανικής λογοτεχνίας με επιτυχίες τόσο σε κριτικό όσο και σε εμπορικό επίπεδο – αλλά, ως γνωστόν, όχι σε επίπεδο αναγνώρισης από τη Σουηδική Ακαδημία.
Ο William Maxwell (1908- 2000) στο «Αντίο τώρα, Τα λέμε αύριο» απαρνιέται και τα δύο αυτά δημοφιλή ρεύματα και επιστρέφει σε μια αφήγηση πιο κοντά στην πηγή της, στο πλαίσιο ενός καθημερινού ρεαλισμού στο οποίο η ίδια η ιστορία αγγίζει την καθημερινότητα αλλά και τα συναισθήματα των αναγνωστών με λιτό και φυσιολογικό τρόπο. To ιδιαίτερο με τον Maxwell ήταν πως εργάστηκε για 40 χρόνια (1936-1975) ως επιμελητής του περιοδικού New Yorker και είχε τη χαρά να τον εκτιμούν έμπρακτα κορυφαίοι συγγραφείς, όπως ο Salinger, ο Updike, ο Cheever, η Alice Munro.
Το «Αντίο τώρα, Τα λέμε αύριο», αποκλίνοντας απ’ τον συνηθισμένο τρόπο έκδοσης, δημοσιεύεται στο New Yorker σε δύο συνέχειες το 1979 και εμφανίζεται σαν ενιαίο κείμενο δύο χρόνια αργότερα.
Οι ιστορίες που αποτελούν τον πυρήνα του «Αντίο τώρα, Τα λέμε αύριο» είναι απλές και σχετικά κοινές: Ενα αγόρι που χάνει τη μητέρα του στην επιδημία γρίπης του 1919 και προσπαθεί να ξεπεράσει τη θλίψη του, μια παιδική φιλία που χάνεται στο παρελθόν, μια παράνομη σχέση που οδηγεί σε μια δολοφονία τιμής, μια αυτοκτονία. Ενας έρωτας που «δεν καταγράφεται στον φακό της φωτογραφικής μηχανής». Μια προδοσία που οδηγεί σε ενοχές για πολλά χρόνια και που δεν μπορεί να την ξεπλύνει το μέλλον.
Ο αφηγητής στο πλαίσιο αυτών των μικροεπεισοδίων δεν κρύβει τίποτε απ’ τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης είναι σύντροφος του αφηγητή και μαζί προσπαθούν να βιώσουν το παρελθόν – ο αφηγητής διηγείται την ιστορία πολλά χρόνια μετά, προσπαθώντας να την ξεμπερδέψει από το μπλεγμένο συνονθύλευμα της μνήμης και τα κενά της λήθης. Ο αναγνώστης είναι το αυτί του ψυχολόγου του αφηγητή, που δένεται σιγά σιγά μαζί του με μια ιδιαίτερη μεταβίβαση. Οι απλές ιστορίες απ’ το παρελθόν του αφηγητή δένονται αριστοτεχνικά από τον Maxwell σε ένα σύνολο που αν και μικρό –η ελληνική έκδοση φτάνει μόνο τις 187 σελίδες– καταφέρνει να χωρέσει τόσα πολλά.
Το «Αντίο τώρα, Τα λέμε αύριο» κέρδισε το National Book Award το 1982 και αποτελεί ένα απόσταγμα δημιουργίας με τον τρόπο που μόνο ένας πραγματικός μετρ της λογοτεχνίας μπορεί να καταφέρει. Η γραφή του Maxwell δεν στηρίζεται σε λογοτεχνικά τερτίπια και ανατροπές, δεν χρειάζεται καινοτομίες στη φόρμα για να λάμψει. Δεν αναπτύσσεται με βάση την εύκολη page turner λογική της αγωνίας της πλοκής.
Το κείμενο του Maxwell αγγίζει τον αναγνώστη με τη βαθιά του ουσία, με τη λογοτεχνική του βαρύτητα και με τη λιτότητά του, πετυχαίνοντας να βρει το ιερό γκράαλ που ψάχνει κάθε συγγραφέας στις λευκές σελίδες του. Ο Maxwell το επιτυγχάνει αυτό όχι μόνο με την εμπειρία του ως επιμελητή μα -για μένα– και με την επιστροφή του στην πηγή της αφήγησης, στο καθημερινό βίωμα που η μαγεία του δεν χρειάζεται ούτε μεταμφιέσεις ούτε ψεύτικα στολίδια για να το κάνει να λάμψει. Η μετάφραση στα ελληνικά απ’ τον Παναγιώτη Κεχαγιά, με σεβασμό στο κείμενο και στον συγγραφέα, συμβάλλει σ’ αυτήν τη λάμψη με αριστοτεχνικό τρόπο.
