Η Φλερ Γέγκι, ελβετικής καταγωγής, ζει στο Μιλάνο και γράφει στα Ιταλικά. Στα είκοσι ένα σύντομα αφηγήματα του βιβλίου παρουσιάζει ανθρώπινους τύπους που έχουν απορροφήσει την παραδοξότητα του κόσμου που κατοικούν και την επιδεικνύουν με μια ανελέητη φυσικότητα, σοκάροντας τον αναγνώστη όχι μόνο με τον τρόπο που χειρίζονται τη ζωή τους και τη ζωή των άλλων, αλλά και με τον τρόπο που συνδιαλέγονται με τις εγκαθιδρυμένες αξίες της συγγένειας, της οικογένειας, της φιλίας, της ομορφιάς, του θανάτου, της μητρότητας, της τέχνης και της συντροφικότητας. Σαφώς επηρεασμένη από τον νιχιλισμό του Νίτσε, βάζει τους ήρωές της να ζουν οριακά, να παίζουν τα πλέον επικίνδυνα παιχνίδια αλλά, συγχρόνως, να διαθέτουν γενναία αμεσότητα και αδιαπραγμάτευτη ευθύτητα.
Η Γέγκι, ανιχνεύοντας την παραδοξότητα της ανθρώπινης φύσης, μας δίνει αφηγήματα που εμπεριέχουν μια ανεπίλυτη τραγικότητα, καταδικάζοντας τους ήρωές της να βιώνουν όλο τον παραλογισμό της ύπαρξής τους. Η ζωή τους ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού, ανάμεσα σε μια επιβεβλημένη ηθική και σε μια επιτακτική διάθεση να την υπερβούν. Οι ιστορίες της Γέγκι δεν απευθύνονται στον ορθολογισμό μας και στην κρίση μας αλλά σε μια σχεδόν ενστικτώδη διάσταση και μας καλούν όχι να αποδώσουμε δικαιοσύνη, αλλά να αποδεχτούμε το ανοίκειο της ζωής. Με την ελλειπτική γραφή της μας παρουσιάζει τη δύναμη του παράδοξου να ανασυνθέτει πραγματικότητες, κατεδαφίζοντας κάθε έννοια έμφυτης ευγένειας και καλοσύνης. Η ανθρώπινη φύση εδώ παρουσιάζεται βίαια, κανιβαλιστική, με τον σαφή υπαινιγμό πως ο άνθρωπος και η ίδια η ιστορία του έχουν φτάσει στο σημείο που θα πρέπει να αναθεωρηθούν.
Τα αφηγήματα λαμβάνουν χώρα στην Ελβετία, στην Ιταλία, στην Νέα Υόρκη, σε οικοτροφεία, μοναχικά δωμάτια, ερημωμένες επαύλεις ή καθ’ οδόν για μια τουριστική επίσκεψη στο Αουσβιτς. Στο ομότιτλο διήγημα «Είμαι ο αδελφός της ΧΧ» ο αδελφός δεν ξέρει τον λόγο που προσθέσει συνεχώς Χ στο όνομα της μεγαλύτερης αδελφής του που τον κατασκοπεύει διαρκώς. Ο ίδιος ζει από μικρός με υπνωτικά, αυξάνοντας συνεχώς τη δόση, δεν έχει φιλοδοξίες ούτε θέλει να κάνει κάτι στη ζωή του, απλώς να την περάσει ανώδυνα.
Αντιθέτως, η αδελφή του «… θέλει να γίνει παραπάνω, αλλά πολύ παραπάνω από αυτό που είναι. Θέλει να τα καταφέρει, έστω και με κόστος την ίδια της τη ζωή».
Η γλώσσα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, υποβάλλοντας στον αναγνώστη την πραγματικότητα του αφηγητή, «τις λέξεις πρέπει να τις προσέχουμε. Πρέπει τουλάχιστον να προσποιούμαστε ότι πλησιάζουν αρκετά στη σημασία τους. Στην αμφίβολη σημασία τους».
Η επιλογή του τέλους, κάτι που επανέρχεται σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου απαλλάσσει τους ήρωες από τον «ιό της ζωής» και προσφέρει ένα είδος λύτρωσης και ανύψωσης, καθώς ο θάνατος, εν προκειμένω, περιγράφεται ως μια διασάλευση της μετριότητας που επιβάλλει η ζωή μέσα από την επανάληψη του τετριμμένου. Ενίοτε, ο τερματισμός της ζωής του ενός προσφέρει στον άλλον την ελευθερία να αναπλάσει τον εαυτό του, να απαλλαγεί από τις βασανιστικές προβολές του (στην αδελφή, στον αδελφό, στη φίλη, στον γιο ή ακόμα και σε ένα πορτρέτο) και παράλληλα παρέχει τη λύτρωση από μια οδυνηρή συνύπαρξη.
«Δεν φοβόταν το θάνατο. Η νοσταλγία –ή ίσως η απελπισία του τίποτα– ήταν τόσο έντονη που ο θάνατος φάνταζε ανάλαφρος».
Αυτό που παρατηρείται σε όλα τα αφηγήματα της Γέγκι είναι η μαρτυρική συνύπαρξη των ζευγαριών (όλοι οι ήρωες παρουσιάζονται με τη διπλότητά τους) είτε αυτοί είναι σύζυγοι, αδέλφια, μητέρα και κόρη ή γιος, όλοι ταυτίζονται αλλά ταυτόχρονα πασχίζουν να διαφοροποιηθούν από τον σύντροφο ή συγγενή που έχουν προσκολληθεί.
Οι αφηγητές των ιστοριών της μοιάζουν ανίκανοι να απαλλαγούν από τη μοίρα τους, δέσμιοι των προδιαγεγραμμένων σημείων της ζωής τους ορίζονται από τη φύση του τοπίου που κατοικούν, καθώς και από τη σχέση τους με αυτή.
«Αναρωτιόταν γιατί ζούσε σε μια τόσο άσχημη πόλη. Μα επειδή ταίριαζε απόλυτα με τη ζωή της. Μερικά πράγματα λέγονται κατευθείαν, δε χρειάζεται να τα σκεφτεί κανείς».
Πικρές, ελλειπτικές φράσεις επαναλαμβάνονται σχεδόν βασανιστικά και επιβεβαιώνουν την αυθεντικότητα των ηρώων. Σ΄ αυτόν τον «επινοημένο» κόσμο μιας κοινωνίας εθισμένης στον πόνο, επιτρέπονται οι αβάσταχτες εκδηλώσεις και οι αποκαλύψεις, ενώ κάθε τυχαία ανατροπή της μοίρας συνοδεύεται από συναισθήματα που πρέπει να λησμονηθούν ακαριαία, προκειμένου να διαφυλαχτεί η εύθραυστη ασφάλεια της μοναχικότητάς τους.
Η Γέγκι είναι οπαδός της παρακμής, οι ιστορίες της περιβάλλονται από τη γοητεία μιας εκτροπής του φαντασιακού, ενώ οι ήρωές της διαθέτουν αδιαμφισβήτητη μοναδικότητα. Η μελαγχολία και ο υπαινιγμός της τρέλας που διαπερνάει το βιβλίο είναι η μελαγχολία και η τραγικότητα της φύσης.
Η μοίρα των ανθρώπων παρουσιάζεται όμοια με τη μοίρα των ψαριών μέσα σε ένα ενυδρείο που περιμένουν να φαγωθούν. «Για μια στιγμή σκέφτομαι ότι η μοίρα του ψαριού δε διαφέρει από τη δική μου. Και οι δυο μας παρατηρούμε. Εγώ θα είχα ίσως ένα πλεονέκτημα, ένα μέλλον ακόμα, λίγο χρόνο μπροστά μου. Πριν σκοτωθώ». Ολοι δημιουργούν μια πρόωρη σχέση με τον τάφο τους και με την αυριανή τους ανυπαρξία, ζώντας μέσα σε ατελείωτους χειμώνες.
«Οποιος δεν έχει τίποτα, τίποτα απολύτως δεν ζητάει. Δεν έχει καν παρελθόν. Ούτε γέννηση. Ξεφύτρωσε απ’ τα σκουπίδια και στα σκουπίδια θα επιστρέψει. Ξεφύτρωσε από τους βάλτους των πεθαμένων. Και θα επιστρέψει στους βάλτους».
