«Την ανάγκη δραστηριοποίησης επέτεινε κατά κάποιο τρόπο και ο προσωρινός εγκλεισμός από μια προσωρινή επιδημία… θέλω να σας πω μια ιστορία, είπα και αμέσως η δαγκάνα στον σβέρκο μου χαλάρωσε» − έτσι δηλώνει ευθύς εξαρχής το πλαίσιο, το συγγραφικό αίτημα και τη λειτουργία της λογοτεχνίας η Ρούλα Γεωργακοπούλου στην πρώτη κιόλας σελίδα του ολιγοσέλιδου πεζού της.
«Η μέθοδος της μπουρμπουλήθρας» εκδόθηκε αμέσως μετά την άρση της καραντίνας τον περασμένο Μάιο και δύο χρόνια μετά τα «Δέντρα, πολλά δέντρα» (και πάλι από τις εκδόσεις Πόλις), την επίσης ολιγοσέλιδη «πρώτη της πεζογραφική απόπειρα», όπως σημειωνόταν στο βιογραφικό της σημείωμα. Δημοσιογράφος με προσωπικό και αναγνωρίσιμο αποτύπωμα στο δύσκολο είδος του χρονογραφήματος, έχει, εκ των πραγμάτων και επί χρόνια, εκπαιδευτεί στον ευσύνοπτο λόγο.
Μια ιστορία «τέλεια, σαν αυγό» ζητάει το αυστηρό κοινό της, οι συγκάτοικοί της (το υπερεγώ της), και η αφηγηματική φωνή, σαν Σεχραζάντ του 21ου αιώνα, για να καταφέρει να επιβιώσει από τον φόβο, δεσμεύεται για μια τέτοια ιστορία κάθε βράδυ. Διαπιστώνοντας τον ενθουσιασμό που προκαλεί, συνειδητοποιεί: «Αν είναι έτσι εύκολο, τότε έκανα την τύχη μου. Κακώς, πολύ κακώς έφαγα τη ζωή μου με επιφυλάξεις».
Και έπειτα, το κείμενο απογειώνεται. Γράφτηκε 2 Μαρτίου-8 Μαΐου 2020, γράφτηκε δηλαδή πυρετωδώς, στον ρυθμό και την ατμόσφαιρα ενός λούνα παρκ διαδοχικών ονείρων, στη βάση ενός συλλογικού εφιάλτη, όπου το παρελθόν γίνεται παρόν και η πραγματική ζωή λογοτεχνία, με βουτιές στα λαϊκά αναγνώσματα για τον λήσταρχο Νταβέλη, στην υγειονομική πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου, στο σημείωμα της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο και στο Συνέδριο του Λιβάνου το 1944, στον Ιούλιο του 1965. Θραύσματα πραγματολογικών στοιχείων, σαν το υλικό έρευνας για τη συγγραφή τουλάχιστον ενός άλλου (άρρητα εγκιβωτισμένου) μυθιστορήματος, οργανικά ενταγμένου στο βιβλίο.
Η φαντασία της αφηγηματικής φωνής καλπάζει, με τον τρόπο των σουρεαλιστών, αφήνεται «στο λεπίδι του Μπουνιουέλ» και στον ψυχικό αυτοματισμό, σκύβει και πίνει νερό από το πηγάδι του ασυνείδητου, όπως ο σκύλος στη φωτογραφία εξωφύλλου του Σπύρου Στάβερη από μια πισίνα. Η γλώσσα, σε μεγάλα κέφια, δημιουργεί πλήθος εικόνες, κινείται από την αυστηρή καθαρεύουσα (σε λίγα σημεία) έως την ποιητική πρόζα, γίνεται όχημα πηγαίου, ενίοτε μαύρου, άλλοτε αυτοσαρκαστικού, χιούμορ, σε εναλλαγές σαν ασκήσεις ύφους που ταιριάζουν γάντι στα «πρόσωπα».
Πρόκειται για ένα ολόκληρο οικιακό σύμπαν, που αναγνωρίζεται από τη μυρωδιά του φόβου: βανίλια, χλωροφύλλη, περγαμόντο και ρίγανη, ενώ, από κοντά στη χλωρίδα αυτή του σπιτιού, εμφανίζονται ο θηλυκός γατόπαρδος/η τίγρη της Βεγγάλης/μαμά, ο άρχων του φόβου της/ο τεφρός παντοκράτορας/μπαμπάς, ο ροζ πάνθηρας, ο άνθρωπος του Βιτρούβιου, η βρεγμένη γάτα, τα σκυλιά που έχουν γίνει άνθρωποι, οι αρχαίοι νεκροί/οι δυνατοί της Ιστορίας. Ενας ολόκληρος κόσμος μιας Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων μιας πανδημίας.
Ηδη στο «Δέντρα, πολλά δέντρα», η Ρούλα Γεωργακοπούλου, μιλώντας για τη σχέση της με τη μητέρα της, για τη σχέση της κόρης με τη μαμά, έδειξε το πώς η προσωπική μας ιστορία, κάθε προσωπική ιστορία, το πώς εντέλει η μνήμη, εφόσον γίνεται αφήγηση, άρα γλωσσική κατασκευή, ανάγεται σε μυθοπλασία του εαυτού.
Στη «Μέθοδο της μπουρμπουλήθρας» −όπου εκεί «που έβλεπες κάποιον, ξαφνικά, παφ έσκαγε, για να φουσκώσει αργότερα στη θέση του ένας άλλος, να εξαφανιστεί κι εκείνος και ούτω καθεξής», σε αυτή την προσπάθεια να κρατηθεί η «ισορροπία του σύμπαντος μέσα σε συνθήκες διαρκούς περιδίνησης»− η συγγραφέας, που επιχειρεί κάθε βράδυ να πει μια τέλεια ιστορία, εντέλει βλέπει ότι «μόλις ξέπεσε στη σιωπή και η τελευταία κυοφορούμενη ιστορία», ο κόσμος «δεν είχε πια πού να στεγάσει τα λόγια του». Οι ιστορίες (η λογοτεχνία) είναι μια προσπάθεια, έστω ατελής, ανολοκλήρωτη ή «χαλασμένη», να ενωθούν τα κομμάτια από το παζλ του χάους της ζωής, ακόμη και αν δεν φανερώσουν κανένα σχέδιο. Να ενωθούν, ως αντίδοτο στο ότι όταν σκορπίζεται ο άνθρωπος, μπορεί τα κομμάτια του να μην ταιριάζουν κανένα με κανένα.
Το βιβλίο ενδεχομένως θα εξετάζεται κάποτε από τους φιλολόγους ως προϊόν της εποχής του πρώτου κύματος της πανδημίας Covid-19 στην Ελλάδα. Αποδίδει, όμως, με τέτοιο τρόπο την «πραγματικότητα», ώστε υπερβαίνει τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, όπως, λόγου χάριν, ο «Λοιμός» (1972) του Αντρέα Φραγκιά διαβάζεται σήμερα ανεξάρτητα από τη γνώση ότι ο συγγραφέας υπήρξε εξόριστος στη Μακρόνησο.
♦ Με το δεύτερο πεζογραφικό της βιβλίο, η Ρούλα Γεωργακοπούλου κατακτά επαξίως τη λογοτεχνική της ταυτότητα.
