Η Σουζάνα μπάρκαρε στο πλοίο και ταξιδεύει εδώ και λίγες ώρες. Βρίσκεται έξω, στο κατάστρωμα, καθισμένη κατάμονη σ’ έναν από τους ξύλινους πάγκους. Εκείνους που τόσο αγαπήσαμε σε καλοκαιριάτικες περιπέτειες, να μας ψήνει ο ήλιος και να βλέπουμε μπροστά μας την απέραντη θάλασσα ώς πέρα, στην άκρη του κόσμου.
Μας έχει γυρισμένη την πλάτη, αλλά μπορούμε να φανταστούμε το βλέμμα της καρφωμένο εκεί, στο τέρμα του ουρανού. Ταξιδεύει για τα Χανιά, την πατρίδα της. Πλάι της, για συντροφιά, είναι απλωμένα στον πάγκο τα αγαπημένα βιβλία της, που πάντα τη συνόδευαν. Της τα έφεραν ξέροντας πως θα της άρεσε να τα δει και πάλι. Τα χαϊδεύει αφηρημένα. Δεν χρειάζεται να τα κοιτάξει, τα γνωρίζει. Τα έχει χιλιάδες φορές φυλλομετρήσει, κρατώντας σημειώσεις στο περιθώριο, ξεχωρίζοντας γενναίες ή παρήγορες φράσεις. Για την τέχνη και την αρχιτεκτονική, για τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία.
Γαλλικές κυρίως εκδόσεις ή σε ελληνικές μεταφράσεις και Ελληνες ποιητές. Παίρνοντας μαθήματα από τον «σκοτεινό» Πικιώνη, δοκιμάζοντας να εξηγήσει εκείνο το στοχαστικό «συναιρούνται» του δασκάλου ή το άλλο δικό του για «δημιουργική αντίθεση». Σκάβοντας εκεί που δεν φτάνεις ποτέ στον φυσικό βράχο. Κάνοντας αυτά τα σπαράγματα κομμάτι του εαυτού της, για να αναβλύζουν αυθόρμητα σε κάθε μετρημένη χειρονομία, σε κάθε χαμόγελό της. Να κατασταλάζουν κ
σεις. Μια φωνή που δεν κουραζόταν να μιλάει με ήρεμο, υπομονετικό τρόπο, θυμίζοντας, χωρίς μεγαλοστομίες, τις θεμελιακές αρχές και τα κύρια σημεία αναφοράς. Εκείνα που πάντα πρέπει να λέγονται και συχνά ξεχνιούνται πάνω στην ορμή της κατάκτησης. Ο Δημήτρης Φατούρος το είχε εντοπίσει δέκα χρόνια πριν γράφοντας: «Η ηπιότητα […] είναι το κύριο γνώρισμα του λόγου της, με τον οποίο στηρίζει τη δυναμική στάση της για την αρχιτεκτονική. […] Η ηπιότητα του λόγου της είναι παράδειγμα ορθού λόγου».
Ολόγυρα, όπου περισσεύει λίγος χώρος ανάμεσα στους σωρούς από βιβλία, περιοδικά, αποκόμματα και χειρόγραφα, αλλά και κάτω, απλωμένα πάνω στις λαμαρίνες της κουβέρτας, της κρατούν συντροφιά κάτι υπέροχα, εξωτικά σχέδια, γεμάτα εκρηκτικά χρώματα με τολμηρούς συνδυασμούς σχημάτων, να μη σβήνουν κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο αλλά ίσα ίσα, να λάμπουν ακόμα πιο έντονα, κομμάτια μιας ουράνιας αρχιτεκτονικής του τόπου που τυλίγει τα πάντα, αγέραστη. Το είχε επισημάνει και η ίδια: «Το χρώμα ως όριο συνοψίζει το περιεχόμενο, εισχωρεί στο είναι των πραγμάτων και τα προσδιορίζει. […] Στη δική μας Ατλαντίδα, που κτίζεται με όνειρα μονάχα, το βλέμμα των χρωμάτων είναι μια παρηγοριά».
Χωρίς εμπόδια, ο άνεμος σφυρίζει ελεύθερα εδώ έξω. Ο ήχος του στα ξάρτια συνδυάζεται με τον παφλασμό των κυμάτων, που διαδέχονται το ένα το άλλο. Τα σχέδια όμως μένουν εκεί, σαν να ήταν καρφωμένα με τρόπο μαγικό, δεν κινδυνεύουν να τα πάρει ο αέρας. Θροΐζουν ψιθυρίζοντας τις δικές τους ατέλειωτες ιστορίες για «κόσμο» και «κόσμηση», για πολυτιμότητα, κλίμακα και αναλογία.
Η Σουζάνα είχε γράψει: «Διά μέσου του διάκοσμου ένας κόσμος γίνεται οικείος, χειροπιαστός, ‘μητρικός’». Ηταν το βασίλειό της. Ακούει τις γνώριμες φωνές, αναπολεί πρόσωπα και πράγματα μιας τόσο πλούσιας ζωής. Ισως χαμογελάει μέσα της γιατί χαίρεται να έχει μια τόσο όμορφη παρέα. Για πάντα, εκεί που πάει.
Διακριτικά, σε μικρή απόσταση, στην κεφαλή της σκάλας που έρχεται από κάτω, στέκουν οι δικοί της. Μισοκρυμμένοι, ακίνητοι στις σκιές. Ο σύντροφός της ο Δημήτρης, τα δυο παιδιά τους, η Αικατερίνη και ο Αριστείδης, τα εγγόνια τους. Την παρατηρούν ήρεμα, θέλοντας να συγκρατήσουν για πάντα αυτή την εικόνα, χωρίς να ενοχλούν με την παρουσία τους. Πιο κάτω, μέσα στο αμπάρι, το ίδιο σιωπηλοί, στέκουν μαζεμένοι οι φίλοι και γνωστοί που πρόθυμα δέχτηκαν να μετέχουν κι αυτοί στο θαλασσινό αυτό πέρασμα για τους αποχαιρετισμούς. Είναι μια ονειροπόληση στο καταμεσήμερο.
Εχουμε καλή θάλασσα σήμερα, το καράβι θα είναι στην ώρα του.
