Η μυθοποιημένη γενέτειρα του συγγραφέα αποτελεί και πάλι το σκηνικό του νέου μυθιστορήματος του Μήτσου Κασόλα (γενν. 1936), ο οποίος επιστρέφει με την ίδια χιουμοριστική διάθεση να σατιρίσει την πνιγηρή επαρχιακή καθημερινότητα και να καταγγείλει όψεις της πολιτικής ζωής.
Η Δερβέκιστα Αιτωλοακαρνανίας, με την ένδοξη ιστορία (από την Εξοδο του Μεσολογγίου μέχρι το πέρασμα του Αρη Βελουχιώτη), γνωστή επίσης ως Βοαλεία («Βοαλεία ή: Μια τρύπα στο σύμπαν», 1989) και μετονομασμένη σε Δαφνί από την επίσημη ελληνική πολιτεία, έχει πάρει την κάτω βόλτα, όπως περίπου και η Ελλάδα. Εμφύλιος, μετανάστευση, δικτατορία, πλουτισμός μεταπολίτευσης και η πρόσφατη οικονομική κρίση έχουν μετατρέψει το πλούσιο κεφαλοχώρι σε μια παρηκμασμένη πολίχνη λίγων ηλικιωμένων κατοίκων, όπου δεσπόζει ο «παράνομος νόμος» των αντιπροσώπων του νόμου και της Εκκλησίας…
Εδώ, θυμίζω, έζησε, πέθανε και αναστήθηκε, για να ξαναπεθάνει, ο Κώστας Αδραχτάς, ένας κατατρεγμένος αγρότης που είχε σκηνοθετήσει τον θάνατό του για να σβήσει τα χρέη του και να γλιτώσει το στάρι της χρονιάς («Ο Πρίγκιπας», 1981, Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1982), εδώ έζησε η υπεραιωνόβια Αγγελίνα που ήθελε να παραβρεθούν στην κηδεία της οι διασκορπισμένοι σ’ όλο τον κόσμο συγγενείς της («Η Αγγελίνα», 1997), εδώ σέρνει τα βήματά της και η Ανδρομάχη με την έντονη προσωπικότητα, που γεννήθηκε το 1890 και πέθανε τον Σεπτέμβρη του 2013, μεσούσης της οικονομικής κρίσης.
Αγριοκάτσικο που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της ως νεαρή Μάχη, αθυρόστομη και παλικαρού ως ηλικιωμένη Γερακίνα, τώρα, παραμονές του θανάτου της, διασχίζει μέρα-νύχτα τα σοκάκια του έρημου χωριού, με το ισχνό κορμί της σκυμμένο από το βάρος των εκατόν δεκατριών ετών της και τη μνήμη της σαλεμένη από τα βάσανα.
Η αφήγηση, υιοθετώντας λαϊκότροπες φόρμες, αρθρώνεται γύρω από μικρά επεισόδια-κεφάλαια που καλύπτουν μεγάλο μέρος του αντισυμβατικού βίου και της πολιτείας της. Αν στο τώρα της αφήγησης ένα άγριο μακελειό (πατροκτονία, τέσσερις φόνοι και μία αυτοκτονία) συγκλονίζει το Δαφνί του 2012, ο χρόνος της ιστορίας εξακτινώνεται στο μακρινό παρελθόν μέσα απ’ τις συγκεχυμένες και οδυνηρές αναλαμπές της μνήμης της Γερακίνας που απειλούν να φέρουν στην επιφάνεια θαμμένες αλήθειες, φοβερά μυστικά και ανομολόγητα πάθη των συγχωριανών της. Απέναντι στη σαλή γραία, εκπρόσωπο κυριολεκτικά μιας άλλης εποχής και άλλου ηθικού κώδικα, το σύνολο σχεδόν της τοπικής κοινωνίας και η έκπτωση των αξιών της εποχής μας.
Ο παρεμβατικός αφηγητής εποπτεύει την ιστορία του από ψηλά, κάνει συνεχώς αισθητή την παρουσία του, διαπερνά τους χάρτινους τοίχους των σπιτιών του Δαφνίου κατά βούληση και συνομιλεί με οικειότητα με τον ακροατή-αναγνώστη. Από τα βέλη του δεν γλιτώνει κανείς και τίποτα: ανθρώπινα κουσούρια και κοινωνικές παθογένειες, ο τοπικός Τύπος και η τηλεόραση, η θρησκευτική υποκρισία, ο αυταρχισμός της εξουσίας…
Η ρεαλιστική αφετηρία (κινηματογραφικά πλάνα, θεατρικοί διάλογοι) συχνά εκβάλλει με γκροτέσκο πινελιές, απίθανες συμπτώσεις, αναληθοφανή συμβάντα και άλλα θαυμαστά στοιχεία στη φάρσα. Ακόμα και αν οι χαρακτήρες παραμένουν κατά βάση σχηματικοί ηθογραφικοί τύποι (η ανοϊκή γιαγιά, ο καφετζής, η κουτσομπόλα, ο μητροπολίτης κ.ά.), διατηρούν παρ’ όλα αυτά τη δραματουργική τους αξία, υπηρετώντας την αρχική σατιρική και καταγγελτική διάθεση που γνωρίσαμε στα πρώτα δύο μέρη της άτυπης αυτής τριλογίας με τον κοινό πυρήνα («η ιστορία ενός ολόκληρου λαού», όπως έγραψε ο Αντρέας Φραγκιάς για τον «Πρίγκιπα»), τα οποία μεταφέρθηκαν με επιτυχία και στην ελληνική τηλεόραση.
