Η προϊστορική αρχαιολογία στην Ελλάδα μετράει περίπου έναν αιώνα ζωής και είναι απίστευτα ραγδαία η εξέλιξη του σχετικού κλάδου χάρη σε αλματώδεις προόδους της γνώσης και της τεχνολογίας, όπως και σε ανασκαφικά ευρήματα που ξεπερνούν κάθε φαντασία.
Εκείνα που κάποτε ονειρευόταν ο Σλίμαν, αναζητώντας τον τάφο του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες, σήμερα έχουν ξεπεραστεί από απειρία αντίστοιχων αποκαλύψεων, που σπρώχνουν τα όρια της γνώσης πολύ πιο πίσω, σε περιοχές της Ιστορίας χαμένες σε προηγούμενες χιλιετίες, πριν από τα κατορθώματα της Τροίας. Μπορεί να μας διαφεύγει ακόμα η γνώση της γραμμικής γραφής Α στην Κρήτη, αλλά ήδη γνωρίζουμε πολλά για την κοινωνία και τον πολιτισμό εκείνων που τη χρησιμοποιούσαν στα αρχεία τους.
Αν και δύσκολα θα μπορούσε η κλασική αρχαιολογία να παραδώσει τα σκήπτρα και να καθαιρεθεί ο Παρθενώνας από τη θέση του υπέρτατου εθνικού συμβόλου, υπάρχουν σήμερα αρκετοί προϊστορικοί αρχαιολογικοί τόποι στην ηπειρωτική και τη νησιώτικη Ελλάδα που εύκολα θα διεκδικούσαν μια τέτοια θέση. Και δεν είναι μόνο οι τόποι ή τα σχετικά μουσεία που συγκεντρώνουν μοναδικά ευρήματα μιας απαράμιλλης τέχνης· είναι, εξίσου, και όσες δημοσιεύσεις έχουν γίνει σε αυτό το χρονικό διάστημα ισάξια επιτεύγματα επιστημονικής αναζήτησης και πειθαρχημένης φαντασίας.
Κρίνοντας και μόνο από το πάχος των 5 εκ. του επιβλητικού αυτού τόμου με την τόσο προσεγμένη καλλιτεχνική επιμέλεια και εικονογράφηση, έργο των Μ. Πόγκα και Χ. Σιμάτου, εύκολα κάποιος συμπεραίνει πως βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι ασυνήθιστο και επιπλέον σπάνιο σε μια δύσκολη εποχή όπως η τωρινή.
Ενας άθλος, λοιπόν, για τον χαλκέντερο επιμελητή του Α. Βλαχόπουλο, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, δοκιμασμένο πολλές φορές στο παρελθόν σε ανάλογα εκδοτικά επιτεύγματα συλλογικών τόμων, μια σοφή επένδυση για το ΤΑΠΑ που χρηματοδότησε μια έκδοση, επίτηδες στα αγγλικά, που απευθύνεται κυρίως σε ξένο ερευνητικό κοινό και που είναι βέβαιο πως θα γίνει ανάρπαστο, όπως και σε μη ειδικούς όλων των κατηγοριών, ντόπιους και ξένους.
Κλείνοντας την επίσημη παρουσίαση του τόμου, που έγινε στο Μουσείο Ακρόπολης στις 8 Φεβρουαρίου, ο Α. Βλαχόπουλος ανέφερε την πηγή έμπνευσης για την οργάνωση ενός τέτοιου συνεδρίου: ήταν η εντολή που έδωσε ο μεγάλος Αγγλος αρχαιολόγος της Κνωσού, ο Αρθουρ Εβανς, στους συντηρητές του, ακολουθώντας το ένστικτό του, να μεταφέρουν σε διαστάσεις τοιχογραφίας την πολυπρόσωπη παράσταση από ένα σπουδαίο μυκηναϊκό δαχτυλίδι, το οποίο είχε μόλις αγοράσει στην Πελοπόννησο στις αρχές του 20ού αιώνα.
Πίσω από την απόφαση αυτή κρυβόταν η υπόθεσή του πως φορητά και σταθερά έργα τέχνης, κατασκευασμένα με διαφορετικά υλικά, στη δεύτερη χιλιετία του προϊστορικού Αιγαίου μπορεί να επικοινωνούσαν μεταξύ τους, προβάλλοντας έναν κόσμο που δεν έπαψε, από τότε που βρέθηκαν τα πρώτα του λαμπρά δείγματα, να εντυπωσιάζει κοινό και επιστήμονες.
Αυτό ακριβώς θέλησε να εξερευνήσει το συνέδριο στη Θήρα το 2013, συγκεντρώνοντας 40 εισηγήσεις πάνω σε διάφορες πτυχές ενός απίστευτα πλούσιου ρεπερτορίου μορφών, τεχνικών και συμβόλων θεϊκής και πολιτικής ισχύος. Η θεματολογία του συνεδρίου χωρίστηκε σε οκτώ ενότητες. Θα δώσουμε εξαιρετικά περιληπτικά το περιεχόμενό τους.
Υστερα από μια πρώτη ενότητα πέντε εισαγωγικών κεφαλαίων, ακολουθούν δύο ενότητες, αντίστοιχα για μινωική και κυκλαδική αγγειοπλαστική και εικονογραφία. Οι ενότητες τέταρτη και πέμπτη εξετάζουν το ιδεολογικό υπόβαθρο και την ύπαρξη μιας «κοινής» γλώσσας εικονογραφικής του Αιγαίου στη νεο-ανακτορική περίοδο.
Η έκτη ενότητα προβάλλει την εντυπωσιακή εξέλιξη τεχνικής και τεχνολογικής γνώσης, που επιτελώντας πραγματικά θαύματα κατορθώνει να ανασυνθέσει επιβλητικές τοιχογραφίες με τη συγκόλληση ελάχιστου μεγέθους σπαραγμάτων, συμβάλλοντας έτσι στην ανασύσταση ενός προϊστορικού Αιγαίου αφάνταστου πλούτου· και η έβδομη ενότητα επικεντρώνεται στους αντίστοιχους συσχετισμούς με βάση παραδείγματα από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Κλείνοντας, η όγδοη ενότητα εξετάζει τις περιπτώσεις όπου λείπουν στοιχεία αντιστοιχίας ανάμεσα σε τοιχογραφίες και αγγειογραφία, ένα φαινόμενο που χρειάζεται ερμηνεία. Ο τόμος ολοκληρώνεται, κυριολεκτικά, με την προσθήκη εκτεταμένης βιβλιογραφίας (36 σελ.) από τον Α. Τσώνο, απαραίτητου βοηθήματος για κάθε ερευνητή που ασχολείται με την προϊστορική αρχαιολογία.
Εχουμε λοιπόν στα χέρια μας ένα επιστημονικό επίτευγμα, καρπό υψηλού επιπέδου έρευνας από παλαιότερους και νεότερους επιστήμονες που ασχολούνται με την προϊστορική αρχαιολογία. Συνάμα, όμως, έχουμε και έναν τόμο που συγκεντρώνει, εκτός από τα πιο πρόσφατα ευρήματα, εικονογραφικό υλικό υψηλού επιπέδου, ένα χάρμα οφθαλμών μοναδικής ποικιλίας και συνθετικής ωρίμανσης.
