Ο Γιώργος Θεοχάρης (Δεσφίνα Φωκίδος, γ. 1951) στο έκτο ποιητικό του βιβλίο συνεχίζει την καλλιέργεια ενός ενιαίου, στο σύνολο του ποιητικού του έργου, κόσμου.
Πρόκειται για έναν ποιητή που σκάβει μεθοδικά τη μέρα ώστε να εκμαιεύσει και να κομίσει τα ίδια τα ποιήματα ως «πιστοποιητικά θνητότητας» κι όχι ως υπερβάσεις του επικείμενου, και κοινού σε όλους μας, θανάτου. Τη στιγμή μάλιστα που συσσωρεύονται ολοένα και περισσότερα οστά («Πλησμονή οστών»), χωρίς επιπρόσθετα και αντιρροπιστικά να επικεντρώνεται στον διαρκή σχηματισμό των νέων οστών.
Προετοιμαζόμενος λοιπόν ο ποιητής για το οριστικό σκοτάδι, ως οστό ανάμεσα σε οστά, προσπαθεί να πιαστεί άλλοτε από το βίωμα που πέρασε, μια μνήμη, και άλλοτε από τη φύση, χαρακτηριστικά από το φρούτο πορτοκάλι ή και από το ίδιο δέντρο, την πορτοκαλιά∙ ενώ άλλοτε επιμένει σε τοπία ερημικά, όπως σε μια ερημική προβλήτα, χωρίς να αγνοεί τα χρώματα, τα σπουργίτια και άλλα ζωντανά, που ενώ κομίζουν μια τρυφερότητα συνάμα λειτουργούν και ως επιτύμβιες υπενθυμίσεις.
Ερχόμενος με τη φορά της δημοτικής μας ποιητικής παράδοσης και διατηρώντας την ιδιοπροσωπία του, επιλέγει να επενδύσει σε ορισμένα γραμματολογικά και όχι μόνο χαρακτηριστικά της γενιάς του ’70, με μια νότα και με τη φορά του Γιώργη Παυλόπουλου επίσης παρούσα.
Συγκεκριμένα, ενώ από τη μία φαίνεται πως φυτρώνει από μόνη της η κληρονομημένη θανατοκεντρική εμμονή στο σώμα και στον ψυχισμό του, από την άλλη επενδύει και επιμένει στο πρόσωπό του ως κάτι το συγκεκριμένο, δηλ. στον Γιώργο, στις σχέσεις του με τους οικείους φίλους και με τους γνωστούς ποιητές της γενιάς του, που εμφανίζονται, μυθολογώντας, ενδεικτικά στο ποίημα «Εκόμισαν…». (Χρ. Μπράβος, Μ. Σουλιώτης, Β. Στεριάδης, Α. Χιόνης κ.ά.).
Ο Θεοχάρης κόβοντας τελικά «πορτοκάλια απ’ τη μεριά της θάλασσας», στα Ασπρα Σπίτια Βοιωτίας όπου κατοικεί, και από τα πατρογονικά του χώματα, μας τα παραδίδει, ως ποιήματα και ως υπενθυμίσεις, λέγοντας: «Αυτά είναι για σένα», «Σειρά σου». Να τοποθετηθείς.
Με μικρο-στοχεύσεις και με την καλλιέργεια μικρο-περιστατικών λοιπόν, ο Βοιωτός ποιητής αναπαρθενεύει την αίσθηση του ανθρώπου για τα γήινα, προετοιμάζοντας το άνοιγμα μιας ρωγμής που εκ των πραγμάτων οδηγεί σε ένα χάσμα. Θέτοντας επίμονα και ως «προτεραιότητα», ποιητική και μη, την επίγνωση της θνητότητας και της περατότητάς μας.
Η Ελένη Μαρινάκη (Χανιά, γ. 1951) στο όγδοο ποιητικό της βιβλίο, «Μετράω ώς το δέκα», εξασκείται σε ένα ποιητικό κρυφτό, παραπέμποντας και δουλεύοντας πάνω στο παιδικό αυτό παιχνίδι. Με τη διαφορά πως στο δικό της ποιητικό παιχνίδι εμφανίζονται αυτόχειρες, νεκροί, τρελοί και σακατεμένοι, και φυσικά κατέχοντας πως το παιχνίδι είναι κάτι το πολύ σοβαρό.
Η ποιήτρια εξ αρχής κινείται εντός ενός εφιαλτικού αδιεξόδου -χωρίς να δηλώνονται οι αιτίες του- και μετασχηματίζει την αγωνία της σε ποιήματα ως επί το πλείστον εποπτικά και σαρωτικά. Στοχεύοντας άλλοτε σε ένα μεταφυσικό εν τέλει ρεαλισμό τύπου Ντε Κίρικο ή α λα Ντελβό (βλ. «Το σπίτι της Τζούλιας») και άλλοτε πεζολογώντας και κομίζοντας έναν μετα-σαχτουρικό κόσμο (βλ. «Μνήμη»).
Διαβάζουμε αντίστοιχα: «Μου δείχνει τα καινούργια της παιδιά και τα χαϊδεύει. Ο σύζυγος ακουμπισμένος στο τραπέζι […] τρέχω να προλάβω το λεωφορείο. Μπροστά μου μια πλατεία έρημη. Δεν έχω τρόπο να ειδοποιήσω τον πατέρα. Κι η Τζούλια δέκα χρόνια πεθαμένη». Και: «Κανείς δεν ήξερε το όνομά της ούτε τον τόπο της. Τριγύριζε στους κήπους τα μεσημέρια κι έσερνε το κορμί της σαν να πονούσε. Εστηνε στα πουλιά παγίδες και στις πηγές θόλωνε τα νερά. Τρομάζανε οι χωριανοί όταν την έβλεπαν και τα παιδιά τρέχανε να κρυφτούνε. Ερχεται η βουβή ψιθύριζαν […]».
Μέσα στο ονειρικό αλλά και μεταφυσικό αυτό κλίμα, όχι οι ήρωες, αλλά η ίδια η ποιήτρια σκαλώνει στα αυτονόητα και παρασέρνεται από τις ρευστές μετατοπίσεις ενός εν γένει προσώπου, αυτό του αφηγητή, το οποίο δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το δικό της. Με τις συχνές αλλαγές στη θέαση και στη δράση των «υποκειμένων» της και με τα συχνά και πολλαπλά της άλματα, δεν αμφισβητεί τις δοσμένες ταυτότητες, ούτε το φύλο ενδεικτικά που είναι αδιάλειπτα παρόν, αλλά τη ρευστότητα και τη μεταβλητότητά του ίδιου του κόσμου ως συμβάντος.
Με τη διάθεση και τη θέση της λοιπόν κατορθώνει να σχηματίσει έναν κόσμο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ας μην κλείσουμε όμως έτσι, αλλά με το ομώνυμο ποίημα του βιβλίου: «Ερχεται [η θεία μου] να με κοιμίσει. Μετράω ώς το δέκα και ξυπνώ. Με περιμένει η Φανή στον κήπο και μου μαθαίνει να πετώ. Κάνω ένα γύρο ώς τη μάντρα και πέφτω στα σκαλιά. Με βρίσκει η μητέρα το απόγευμα. Με κάταγμα δια παντός» («Μετράω ώς το δέκα»).
