Στις 22 Μαρτίου, με την επιμέλεια του Σταύρου Ζουμπουλάκη, Προέδρου του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης τη Ελλάδος, πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, εκδήλωση με θέμα «Γκέοργκ Μπύχνερ, Βόυτσεκ». Εκτός από την παρούσα εισήγηση που δημοσιεύουμε κατά αποκλειστικότητα στο Ανοιχτό Βιβλίο (με την ευγενική μεσολάβηση του Στ. Ζουμπουλάκη), όψεις της ανατρεπτικής γραφής και της ανυπότακτης ζωής του σπουδαίου γερμανού συγγραφέα φώτισαν ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης (“Ο Μπύχνερ και η πολιτική”). Αποσπάσματα από τον Βόυτσεκ διάβασαν οι ηθοποιοί Βαγγέλης Ρόκκος και Λένα Παπαληγούρα, ενώ τον συντονισμό είχε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, Νίκος Διαμαντής.
Πολύ συχνά ο Βόυτσεκ του Μπύχνερ –ένα από τα πιο πολυπαιγμένα και επιδραστικά γερμανικά θεατρικά κείμενα του διεθνούς δραματολογίου– χαρακτηρίζεται έργο «ανοιχτό».[1] Η ιδιότητά του αυτή ανάγεται σε 4 παραμέτρους:
α) το ανολοκλήρωτο του πρωτοτύπου (όχι από πρόθεση του συγγραφέα όπως το Fragment των Ρομαντικών, αλλά λόγω του πρόωρου θανάτου του σε ηλικία μόλις 23 χρονών)[2],
β) την κατάσταση των χειρογράφων: δυσανάγνωστα, χωρίς αρίθμηση σελίδων ή σκηνών, σε πολλά σχεδιάσματα – μία «αταξία», η οποία παρέχει την ελευθερία για προσθαφαίρεση σκηνών καθώς και αλλαγών στη σειρά παρουσίασής τους, με ευνόητες συνέπειες και για τη σκηνική πράξη,
γ) την πρόσληψή του εκτός του πλαισίου της εποχής του: γράφτηκε το 1836/37, ενώ πρωτοπαραστάθηκε το 1913, δεν πρόλαβε να δημιουργήσει δική του, χρονικά ομαλή, παράδοση, αλλά η δεξίωσή του συνέπεσε με την εποχή του μοντερνισμού,
δ) στο κείμενο το ίδιο: λιτό, ελλειπτικό, με αμφισημίες και με γοητευτικές αντιφάσεις (π.χ. όταν ο αγράμματος Βόυτσεκ εκφράζει τα σχιζοφρενικά οράματά του με εικόνες εξαιρετικής ποιητικής δύναμης). Όλοι αυτοί οι παράγοντες δημιουργούν έναν ευρύτατο ορίζοντα ποικίλων προσεγγίσεων. Η έγκυρη Ιστορία της Λογοτεχνίας του Μέτσλερ, μάλιστα, αποφαίνεται ότι ο Μπύχνερ είναι μαζί με τον Χέλντερλιν ο πιο ανθιστάμενος ως προς τη γραμματολογική ταξινόμηση Γερμανός συγγραφέας.[3] Η ερμηνευτική παλέτα όσον αφορά τον Βόυτσεκ είναι εντυπωσιακή: το συγκεκριμένο έργο θεωρείται προδρομικό σχεδόν για όλα τα θεατρικά είδη που εμφανίστηκαν έκτοτε: από το νατουραλιστικό, το κοινωνικό, το εξπρεσιονιστικό, (ή ακόμη και το προλεταριακό) δράμα, το επικό θέατρο του Μπρεχτ, το θέατρο του παραλόγου, το υπαρξιακό δράμα και πολλά άλλα.
Τι μπορεί να συνεισφέρει όμως η (συγκριτική) γραμματολογία πάνω στη γνώση ενός θεατρικού έργου, το οποίο εξ’ ορισμού δεν μπορεί να νοηθεί ως αυτοτελές κείμενο, αλλά περισσότερο ως παρτιτούρα για τη σκηνική ερμηνεία; Όταν εξετάζεται ένα κείμενο –ανεξαρτήτως ειδολογικής προέλευσης – κατ’ αρχάς το τοποθετείται στο πολιτικοκοινωνικό και ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε.
Ο δεύτερος άξονας διερεύνησης είναι οι λόγοι (με την έννοια των discourses) που απηχεί ένα έργο. Στην περίπτωση του Μπύχνερ – τόσο ενδοκειμενικά όσο και βάσει του υποβάθρου του συγγραφέα – προεξάρχει ο λόγος της ιατρικής και της φυσικής επιστήμης. Κι όχι μόνον όσον αφορά στον Βόυτσεκ. Η λίγο προγενέστερη νουβέλα Λεντς αποτελεί μια διεισδυτική σπουδή πάνω στα συμπτώματα της σχιζοφρένειας.[4] Εκεί, μάλιστα, ο διαταραγμένος πρωταγωνιστής σε μια συζήτηση περί τέχνης οραματίζεται ότι «πρέπει να κατέλθει κανείς στη ζωή του ελάχιστου και να την αποδώσει στα σκιρτήματά της, τους υπαινιγμούς της, στις απειροελάχιστες, μόλις αντιληπτές εκφράσεις της […]»[5] – μία θέση που συνάδει απολύτως με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα του Μπύχνερ όπως το εφήρμοσε στον Βόυτσεκ.
Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τους δύο αυτούς πυλώνες, δηλαδή τα ιστορικά και γραμματολογικά δεδομένα της εποχής καθώς και τους λόγους που την απασχολούν:
Μετά το 1815 που γίνεται το Συνέδριο της Βιέννης είμαστε στην Εποχή της Παλινόρθωσης, με ένα τμήμα της διανόησης να βουλιάζει στον εφησυχασμό και στην αποφυγή της πραγματικότητας (ένα ρεύμα, γνωστό με τον γερμανικό όρο Biedermeier), ενώ ένα άλλο πολιτικοποιείται έντονα – ειδικά μετά το 1830, χρονιά της Ιουλιανής Επανάστασης στη Γαλλία, απαρτίζοντας την τάση των «προ-μαρτιανών» συγγραφέων (Vormärz).
Ακροθιγώς ας επισημανθεί η ραγδαία βιομηχανοποίηση που αποδυναμώνει δραστικά την αγροτική οικονομία, η απόλυτη ένδεια που μαστίζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού λόγω της προαναφερθείσας μεταβολής και η επανάσταση που επιφέρει ο (πολιτικά ριζοσπάστης) Μπύχνερ στο θέατρο δημιουργώντας μια τραγωδία που απεικονίζει πρόσωπα σε συνθήκες ακραίας φτωχοποίησης – κάτι αδιανόητο ως τότε. Μετά την καινοτομία του Λέσινγκ που καθιέρωσε το «αστικό δράμα» είναι πλέον η σειρά της έσχατης κοινωνικής τάξης να βρει τη θέση της στο θεατρικό σανίδι.
Η πολιτική δράση του νεαρού Μπύχνερ, η συγγραφή του ασυμβίβαστου πολιτικού μανιφέστου Der hessische Landbote (Ο αγγελιοφόρος της Έσσης), στο οποίο διακηρύσσει «ειρήνη στις καλύβες, πόλεμος στα παλάτια!», η δίωξη και εξορία του είναι στοιχεία τα οποία δεν αφήνουν αμφιβολία για το πού ανήκει πολιτικά. Οποιαδήποτε ρομαντική εξιδανίκευση του είναι ξένη. Βέβαια η ανατρεπτική του ορμή συμβαδίζει με την απαισιοδοξία του σχετικά με τις πιθανότητες επιτυχίας ενός επαναστατικού εγχειρήματος στη Γερμανία – μια αντίφαση που προσδίδει γοητεία στην προσωπικότητα και κατά συνέπεια στο έργο του.
Τα πολιτικά χαρακτηριστικά είναι άμεσα αναγνωρίσιμα και στον Βόυτσεκ: από τη μία ο πρωταγωνιστής και οι περί αυτώ που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, που βρίσκονται στην κατώτερη κοινωνική κλίμακα και από την άλλη οι εκπρόσωποι της εξουσίας ο λοχαγός, ο αρχιτυμπανιστής, ο γιατρός. Ανάλογα και τα εκφραστικά μέσα που υποστηρίζουν αυτήν την ταξική διάρθρωση: λόγος χρωματισμένος με διάλεκτο και συχνά γραμματικά λανθασμένος από τους κοινωνικά απόκληρους, αλλά με τεράστια εκφραστική δύναμη και ουσία, ενώ οι ανώτεροι μιλούν σωστά, «καθωσπρέπει», χωρίς όμως κατά βάση να λένε τίποτε, αναλωνόμενοι σε ταυτολογίες, όπως π.χ. ο λοχαγός όταν απευθύνεται στον Βόυτσεκ: «Ηθική θα πει να είσαι ηθικός, κατάλαβες;».[6] Ενδεικτικό επίσης ότι ο Βόυτσεκ, η Μαρία, ο Αντρέ κλπ. αναφέρονται με το όνομά τους και παρουσιάζονται στην ατομικότητά τους, ενώ οι «από πάνω» εικονογραφούνται με βάση τον τίτλο τους και μόνο.
Μια κοινωνιολογικού τύπου ανάγνωση, εκτός από την ταξική, θα πρέπει να εστιάζει επίσης στην έμφυλη διάσταση του έργου: η Μαρία τελικά είναι εκείνη που ως γυναίκα, φτωχή και ανύπαντρη μητέρα αντιπροσωπεύει τον τελευταίο κρίκο της κοινωνικής τροφικής αλυσίδας – για να αντλήσουμε από τον πανταχού παρόντα στο κείμενο λόγο της φυσικής επιστήμης –και γίνεται θύμα της συμπυκνωμένης βίας που εκλύεται από μια άδικη, πατριαρχική κοινωνία. Το ότι οι προβολείς της ερμηνείας πέφτουν παραδοσιακά πρωτίστως πάνω στον Βόυτσεκ, φτάνοντας συχνά να δικαιολογούν ρητά ή υπόρρητα την πράξη του, είναι ζήτημα των στερεοτύπων της πρόσληψης, τα οποία κυριαρχούν σε κάθε εποχή. Η υπόθεση ότι ο συγγραφέας (ή ο υπονοούμενος συγγραφέας) δίνει άφεση αμαρτιών στον πρωταγωνιστή του δεν συνάγεται από πουθενά. Το κείμενο και από αυτήν την άποψη είναι ανοιχτό, ακόμη και σε φεμινιστικές ερμηνείες (τόσο σκηνικά όσο και γραμματολογικά).[7]
Πολύς λόγος γίνεται στη βιβλιογραφία για τις πηγές που χρησιμοποίησε ο Μπύχνερ στον Βόυτσεκ, για το ρεαλιστικό, υπόβαθρο, δηλαδή, του έργου. Κοινώς γνωστό είναι ότι η πρώτη ύλη βασίζεται σ’ ένα πραγματικό γεγονός, στον φόνο που διέπραξε ο πρώην στρατιώτης Johann Christian Woyzeck, κατά τον καιρό του επίμαχου συμβάντος άστεγος και μικροεγκληματίας, ο οποίος τον Ιούνιο του 1821 μαχαίρωσε την ερωμένη του Christiane Woost, συνελήφθη, δικάστηκε κι εκτελέστηκε δημόσια στην Λειψία τον Αύγουστο του 1824.
Η δίκη αυτή στην εποχή της δημιούργησε σάλο στην κοινή γνώμη, καθώς τέθηκε το ζήτημα «μειωμένου καταλογισμού» του δράστη λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, επιχείρημα που τελικά, βάσει των εκθέσεων του εμπειρογνώμονα γιατρού της κατηγορούσας αρχής Johann Christian August Clarus δεν έγινε δεκτό (ένα θέμα που συχνά συζητείται και σε σχέση με τον μυθοπλαστικό Βόυτσεκ). Ο Μπύχνερ συμπληρωματικά, για να συγκεκριμενοποιήσει διάφορες λεπτομέρειες του δράματος, χρησιμοποίησε και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις φόνων, για τους οποίους πληροφορήθηκε από τη σχετική αρθογραφία της εποχής, κυρίως από το ιατρικό περιοδικό Erlanger Zeitschrift für Staatsarzneikunde, του οποίου συνδρομητής ήταν ο πατέρας του –γιατρός κι εκείνος.
Βασική του πηγή υπήρξαν ωστόσο τα ιατροδικαστικά πορίσματα του Clarus, τα οποία διακρίνονται για τη συντηρητική τους λογική, χαρακτηρίζοντας τον δράστη απερίσκεπτο, τεμπέλη και ηθικά εξαχρειωμένο λόγω της άνομης ικανοποίησης των σεξουαλικών του ορέξεων, και καθιστώντας αυτές του τις ιδιότητες αποκλειστικά υπεύθυνες για το έγκλημά του. Η δημόσια τιμωρία του αποτελούσε για τoν Clarus μέσο παραδειγματισμού για τη νεολαία της Λειψίας, ώστε να μην υποπέσει στα ίδια ελαττώματα.
Η δραματουργική επεξεργασία του περιστατικού μπορεί με μία έννοια να εκληφθεί ως η απάντηση του Μπύχνερ σε αυτήν την ηθικολογική οπτική. Με αφορμή τη δίκη του πραγματικού Βόυτσεκ υπήρξε η αντιπαράθεση δύο διαφορετικών ιατρικών, ιατροδικαστικών, ψυχιατρικών, νομικών και εντέλει φιλοσοφικών κατευθύνσεων.
Αφενός της ιδεαλιστικής, η οποία πιστεύει στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου και στην απόλυτη ατομική ευθύνη για τις πράξεις του, μη δεχόμενη τους κοινωνικούς παράγοντες και συζητώντας τον μειωμένο καταλογισμό μόνο σε περιπτώσεις ολοκληρωτικής ψυχοπάθειας. Αφετέρου της υλιστικής και πιο φιλελεύθερης άποψης που λαμβάνει υπ’ όψη τον κοινωνικό καθορισμό και παραδέχεται τον περιορισμό της κριτικής ικανότητας ακόμη κι όταν υπάρχει μερική διαταραχή – όπως πρόσκαιρη παραφροσύνη, έμμονες ιδέες κλπ.[8] (είναι μια συζήτηση, η οποία, ίσως με ελαφρώς διαφορετικούς όρους, συνεχίζεται ως τα σήμερα). Σαφώς ο Μπύχνερ τάσσεται υπέρ της δεύτερης θέσης. Χαρακτηριστική είναι η ρήση που του αποδίδεται, ότι «δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να είναι κανείς τίμιος, αν έχει τη δυνατότητα να τρώει καθημερινά σούπα και κρέας».[9] Περίφημη είναι και η αποστροφή από μια επιστολή του «ότι κανένας δεν γίνεται με τη θέλησή του βλάκας ή εγκληματίας […] γιατί οι περιστάσεις βρίσκονται έξω από εμάς».[10] Ας αναφερθεί παρεμπιπτόντως ότι και αυτή η άποψη θεωρείται ότι εισάγει καινά δαιμόνια στο είδος της τραγωδίας, καθώς παραδοσιακά ο τραγικός ήρωας, πέραν της υψηλής του καταγωγής, διαθέτει και ελεύθερη βούληση, επιλογές δράσης, ενώ η μοίρα του Βόυτσεκ παρουσιάζεται ως μονόδρομος: παγιδευμένος σ’ ένα απάνθρωπο σύστημα δεν έχει περιθώρια δράσης, απλώς αντιδρά. Φυσικά στις πηγές του Βόυτσεκ συγκαταλέγεται κι ένα πυκνό δίκτυο διακειμενικών αναφορών, οι οποίες εκτείνονται από τα λαϊκά τραγούδια της εποχής μέχρι τον Γκαίτε, τον Σαίξπηρ και τον E.T.A. Hoffmann.[11]
Ας έρθουμε τώρα στη λέξη-κλειδί του τίτλου. Το πείραμα στο οποίο υποβάλλεται ο Βόυτσεκ από τον γιατρό, η αποκλειστική δίαιτα με μπιζέλια, δηλαδή, και το οποίο ο πρωταγωνιστής δέχεται για λόγους βιοπορισμού, υποτίθεται ότι επίσης έχει τη ρεαλιστική του αντιστοιχία: βασίζεται στα ανάλογα πειράματα που έκανε ο πρωτοπόρος χημικός Justus Liebig, καθηγητής του Μπύχνερ στο Πανεπιστήμιο του Gießen, με σκοπό τον σχεδιασμό μιας φθηνότερης διατροφής για στρατιώτες και προλετάριους, απαλλαγμένης από ζωική πρωτεΐνη. Η πληροφορία αναπαράγεται βέβαια στη βιβλιογραφία, κυρίως την παλαιότερη – για την ακρίβεια των σχετικών πηγών η νεότερη έρευνα εκφράζει έντονες επιφυλάξεις.[12] Γεγονός είναι ότι τέτοια πειράματα συζητώνταν εκείνη την εποχή και ότι ο Μπύχνερ πολύ πιθανόν να τα είχε πληροφορηθεί από τη γερμανική ή τη γαλλική βιβλιογραφία. Η σύλληψη του Βόυτσεκ ως πειραματόζωου εγείρει κατ’ αρχάς ζητήματα βιοθικής: ο γιατρός, ψυχρός και αποστασιοποιημένος από κάθε τι ανθρώπινο εκφέρει αμιγώς επιστημονικό λόγο κι ενδιαφέρεται μόνο για τα συμπτώματα που προκαλεί η οσπριοφαγία στον πρωταγωνιστή, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Εκστασιάζεται, μάλιστα, όταν ανακαλύπτει σημεία ψύχωσης στο ανθρώπινο υλικό της έρευνάς του – ειρήσθω εν παρόδω είναι τεκμηριωμένο ότι η μονομερής κατανάλωση μπιζελιών μπορεί να είναι υπεύθυνη για υψηλές συγκεντρώσεις μη πρωτεϊνογενών αμινοξέων στον οργανισμό με νευροτοξικά αποτελέσματα, που μεταξύ των άλλων περιλαμβάνουν και παραισθήσεις.[13] Ως χαρακτήρας ο γιατρός ( με τη φιγούρα του οποίου παρωδεί τον ζωολόγο και ανατόμο Johann Bernhard Wilbrand, καθηγητή του στο Πανεπιστήμιο του Gießen) διαγράφεται με μία ροπή προς τον σαδισμό – όπως δείχνει και ο διάλογός του με τον λοχαγό, του οποίου την υποχονδρία εκμεταλλεύεται για να τον εκφοβίσει συνειδητά.[14] Σημαντικότερη όμως, κατά τη γνώμη μας, είναι η έννοια της «βιοπολιτικής» στην οποία –avant la lettre – παραπέμπει το όλο εγχείρημα (και η οποία, παραδόξως, ελάχιστα έχει διερευνηθεί σε σχέση με το δράμα του Μπύχνερ). Μόνο ορισμένες νύξεις μπορούν να γίνουν εδώ. Η έννοια «βιοπολιτική» αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των θεωριών του Michelle Foucault και του Ιταλού Φιλοσόφου Giorgio Agamben και εν ολίγοις περιγράφει τη ρυθμιστική, μαζική επέμβαση του κράτους σε παράγοντες που άπτονται των βιοτικών λειτουργιών ενός πληθυσμού, όπως η σεξουαλικότητα, η αναπαραγωγή, η υγεία, η διατροφή κλπ. «Για πρώτη φορά στην ιστορία το βιολογικό αντικατοπτρίζεται στο πολιτικό», γράφει ο Φουκώ.[15] Ο όρος σήμερα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συχνά ετερόκλητων φαινομένων και έχει συζητηθεί τόσο στα συμφραζόμενα των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης, φτάνοντας όμως να περιλαμβάνει και σύγχρονα ζητήματα υγιεινού τρόπου ζωής, προγεννητικού ελέγχου, ευθανασίας κλπ.
Σύμφωνα με τον Φουκώ ιστορικά διακρίνονται δύο στρατηγικές (dispositive) κυριαρχίας: αυτής του ηγεμόνα πάνω στους υποτελείς του – με την εξουσία ζωής και θανάτου που ο πρώτος μπορεί να επιβάλλει στους δεύτερους – η οποία συχνά βασίζεται άμεσα στον καταναγκασμό και διασφαλίζεται κυρίως νομικά. Η δεύτερη μορφή είναι ακριβώς η βιοπολιτική, η οποία αναπτύσσεται σταδιακά από τον 17ο αιώνα και μετά φτάνοντας στο απόγειό της στον 20ό. Με τα λόγια του Φουκώ: «Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο υποτελείς, μόνο νομικά υποκείμενα […]. Τώρα υπάρχουν σώματα και πληθυσμοί»[16]. Χαρακτηριστικό της βίο-εξουσίας είναι η διασπορά της μέσω ιδεολογίας και η συναίνεση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι αυτές οι δύο εκδοχές της εξουσίας για μεγάλο χρονικό διάστημα συνυπάρχουν και αλληλοεπικαλύπτονται. Στον Βόυτσεκ δεν παρατηρούμε απλώς τη συγχρονία τους, αλλά τη συνύφανσή τους μ’ έναν τρόπο μοναδικό: οι απάνθρωπες εργασιακές συνθήκες και η ταπείνωση από τους ανωτέρους του – που αντιστοιχούν στην «παραδοσιακή» μορφή κυριαρχίας – σε συνδυασμό με τα ιατρικά πειράματα και τα σχόλια για την υποτιθέμενα «ανήθικη» διαχείριση της σεξουαλικότητάς του (χαρακτηριστικά της βιοπολιτικής διάστασης) επιδρούν σωρευτικά πάνω στον ψυχισμό του πρωταγωνιστή, καθιστώντας τον «ανοιγμένη ξυριστική λεπίδα [που τρέχει] μέσα στον κόσμο», σύμφωνα με μία έκφραση του λοχαγού[17] (γενικά στις σωματικές εικόνες του Βόυτσεκ αναλογεί περίοπτη θέση στο κείμενο, στοιχείο που τονίζεται ιδιαίτερα στη σκηνική πράξη). Η ταξική διάσταση, λοιπόν, της βιοπολιτικής προβάλλει ανάγλυφα επιτρέποντας παραλληλισμούς με την σημερινή παγκοσμιοποιημένη μας κατάσταση, αρκεί π.χ. να σκεφτούμε τις φτωχές χώρες της Αφρικής που αποτελούν προνομιακό πεδίο για δοκιμές νέων φαρμάκων, και άλλα παρόμοια. Το έργο ανταποκρίνεται απολύτως σε σύγχρονους προβληματισμούς.
Η ποιητική δε μαεστρία του Μπύχνερ συμφύρει – με θαυμαστή λογική συνέπεια – εικόνες κοινωνικής εξαθλίωσης με φιλοσοφικούς προβληματισμούς και υπερκόσμια οράματα αποκάλυψης, ώστε, ανεξάρτητα της ερμηνείας που θα προκρίνει κανείς, δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει με την ενθουσιώδη κρίση του Ρίλκε, ότι δηλαδή «[Το έργο μας δείχνει] πώς αυτός ο κακοποιημένος άνθρωπος με την ασήμαντή του ύπαρξη βρίσκεται, παρά τη θέλησή του, ενώπιον του σύμπαντος, μέσα στην απέραντη συνάφεια των άστρων. Αυτό είναι θέατρο, έτσι θα έπρεπε να είναι το θέατρο».[18]
Ο Γ. Πάγκαλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Γερμανικής Λογοτεχνίας-Συγκριτικής Γραμματολογίας στο ΑΠΘ.
[1] Christian Neuhuber. Georg Büchner. Das literarische Werk. Βερολίνο: Erich Schmidt 2009, σ. 167/ 169.
[2] Εύστοχη ως εκ τούτου θεωρούμε τη σύλληψη του έργου ως work in progress, βλ. Jan-Christoph Hauschild. Georg Büchner. Reinbek bei Hamburg: Rowolth 1992, σ. 120.
[3] Wolfgang Beutin κ.ά. Deutsche Literaturgeschichte. Στουτγάρδη/Βαϊμάρη: Metzler 2001, σ. 264.
[4] Σύμφωνα με τα διαγνωστικά εργαλεία εκείνης της εποχής πρόκειται για μελαγχολία, βλ. Harald Schmidt. «Schizophrenie oder Melancholie? Zur problematischen Differentialdiagnostik in Georg Büchners „Lenz“». Zeitschrift für deutsche Philologie, 04/1998: 516-542. Διαθέσιμο και στη διεύθυνση https://www.zfdphdigital.de/ZFDPH.04.1998.516 (28.3.2019). Μπορούμε να προϋποθέσουμε ότι ανάλογα ισχύουν και για τον Βόυτσεκ.
[5] Georg Büchner: Werke und Briefe. Münchner Ausgabe. Επιμ. Karl Pörnbacher, Gerhard Schaub, Hans-Joachim Simm και Edda Ziegler. Μόναχο: dtv 1990, σ. 144 (μετάφραση του παραθέματος από τον συντάκτη).
[6] Βόυτσεκ, ό.π., σ.18.
[7] Βλ. Dieter Sevin. «Georg Büchner an Early Feminist? His Reception by Christa Wolf». Στο Dieter Sevin. Georg Büchner: Neue Perspektiven zur internationalen Rezeption. Βερολίνο: Erich Schmidt 2007, 115-122. Επίσης David G. Richards. Georg Büchners Woyzeck. A History of Its Critisism. Camden House 2001, σ. 145-146.
[8] Για τα προαναφερθέντα εγκλήματα, καθώς και για τις σχετικές αντιπαραθέσεις στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας της εποχής βλ. Neuhuber, ό.π., σ. 145-152/157-160, καθώς και Hauschild, ό.π., 114-121.
[9] Neuhuber ό.π., σ. 151.
[10] Büchner, ό.π., 285 κ.ε.
[11] Ο χώρος είναι απαγορευτικός έστω για μια συνοπτική παρουσίαση. Για μια εποπτική έκθεση αυτών των λογοτεχνικών «επιδράσεων», βλ. Neuhuber, ό.π., σ. 160 και Hauschild, ό.π., σ. 120.
[12] Neuhuber, ό.π., σ. 152-153.
[13] Udo Pollmer, «Im Erbsenwahn. Ein fragwürdiges Ernährungsexperiment im 19. Jahrhundert». Deutschlandfunk Kultur, 26. 10. 2013. Διαθέσιμο στη διεύθυνση https://www.deutschlandfunkkultur.de/im–erbsenwahn.993.de.html?dram:article_id=266537 (30. 3. 2019).
[14] Βόυτσεκ, ό.π., σ. 27.
[15] Andreas Folkers & Malaika Rödel (2015). Biopolitik. Στο Gender Glossar / Gender Glossary (6 παράγραφοι). Διαθέσιμο στη διεύθυνση http://gender-glossar.de (30. 3. 2019).
[16] Michel Foucault: «Die Maschen der Macht» (1981/1985). Στο Daniel Defert, Francois Ewald (επιμ.). Analytik der Macht. Φρανκφούρτη: Suhrkamp 2005, σ. 236.
[17] Βόυτσεκ, ό.π., σ. 28.
[18] Επιστολή στη Maria von Thurn und Taxis, 9 Ιουλίου 2015.
