«Τι ώρα είναι;»
Ηράκλειτος
Το αναπόφευκτον (το οποίον «φυγείν αδύνατον, εξ ου και αναπόφευκτον», όπως έγραφε ο Καπετάν ΚΔΩΑς της ελληνικής λογοτεχνίας) απέδειξε και πάλι την από Γενέσεως Σύμπαντος δύναμή του. Αυτή τη φορά, το πλήρωμα του αδηφάγου χρόνου ήρθε για μια από τις πιο ευγενικές, σεμνές και πιο χαρακτηριστικές φωνές της εναλλακτικής αισθητικής, ιδεολογίας και κουλτούρας του 1960.
Γιατί ο καλτ πεζογράφος και ποιητής, σκιτσογράφος και εικονογράφος βιβλίων και δίσκων, αλλά και εικαστικός Πάνος («Πητ δε Σπιτ») Κουτρουμπούσης, που έφυγε από κοντά μας την Τετάρτη 20 Μαρτίου, συνδύασε με ιδιοσυγκρασιακό τρόπο στο πρωτοποριακό λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό του έργο το υπερρεαλιστικό μαύρο χιούμορ με την μπιτ γραφή και την ποπ αρτ με την επιστημονική φαντασία.
Θαμώνας στα στέκια του ελληνικού αντεργκράουντ, συμμετέχει στις δράσεις της «Σκηνής» πριν βρεθεί από το κατάστημα υποδημάτων του «Σίμου του υπαρξιστή» να σπουδάζει κινηματογράφο στη Ρώμη (1955-1957). Ασκητικός πλάνης και κοσμοπολίτης ταυτόχρονα, έζησε πολλά χρόνια στο εξωτερικό, δημοσιεύοντας λογοτεχνικά και εικαστικά έργα σε ελληνικά και αγγλικά περιοδικά («Κούρος», «Τέχνη στην Αθήνα», «New Worlds», «Oz», «Greek Gazette», «London Magazine» και, αργότερα, «Αντί», «Σήμα», «Τραμ» κ.ά.). Πρωτοεμφανίστηκε το 1958 στο περιοδικό «Αθηναϊκά Γράμματα», αλλά συνδέθηκε κυρίως, ως μέλος της συντακτικής επιτροπής, με τη βραχύβια περιπέτεια του πρωτοποριακού περιοδικού «Πάλι», στο οποίο αυτοσυστηνόταν ως «νέος Ελλην ζωγράφος, σχεδιαστής και ποιητής […], ο μόνος εκπρόσωπος του κλίματος της “επιστημονικής φαντασίας” στην Ελλάδα».
Στο «Πάλι», ο θαυμαστής του Βόνεγκατ και μεταφραστής του Ρότζερ Ζελάζνι («Επιστροφή στη Γη», 1970, 2000) θα δημοσιεύσει τα πρώτα του υβριδικά ποιήματα, «7 μολυσμένα κομμάτια ύστερα από τη Μεγάλη Βόμβα», δυστοπικές σκηνές από έναν φανταστικό πυρηνικό πόλεμο, τα εικονιστικά και κειμενικά μέρη των οποίων συνδιαλέγονται, αλλά και τα πρώτα του «ταχυδράματα» και «ιστορίες».
Στις «Ταχυδραματικές εξηγήσεις», τον πρόλογο του πρώτου του βιβλίου («Περίεργες ιστορίες – Ταχυδράματα», 1978), ο ίδιος θα μιλήσει για το δικής του εμπνεύσεως νεότευκτο είδος, μεταξύ χάπενινγκ και μονόπρακτου, που αποπειράται να αιχμαλωτίσει στο χαρτί ακαριαίες στιγμές της «φανταστικής καθημερινής πραγματικότητας». Το είδος και τις οφειλές του στις ιστορικές πρωτοπορίες εξετάζει η Ελισάβετ Αρσενίου, κάτω από τον τίτλο «Δημώδης επιστημονική φαντασία» («Νοσταλγοί και Πλαστουργοί: Εντυπα, κείμενα και κινήματα στη μεταπολεμική λογοτεχνία», Τυπωθήτω, 2003).
Τα «ταχυδράματα» (αρκετά παρουσιάστηκαν στο ραδιόφωνο) και οι μετέπειτα «ιστορίες» του Κουτρουμπούση («Εν αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros ταχυδράματα y historias περίεργες», Απόπειρα 1978/1987, «Στον θάλαμο του Μυθογράφφ. Μικρο-ιστορίες», Απόπειρα 1992, «Η ταβέρνα του Ζολά: καινούργιες και μεταχειρισμένες μικρο-ιστορίες», Ιστός 1997, «Το κεντράκι του Ταρζάν και άλλα παραμύθια», Γαβριηλίδης 2005) αποτελούν σύντομα, συχνά ακαριαία κείμενα, που αντλούν από διαφορετικές ειδολογικές παραδόσεις (θεατρικό έργο ή σενάριο, παραμύθι, διδακτικός μύθος, αλληγορία ή λαϊκή αφήγηση και χρονικό, εγκυκλοπαιδικό λήμμα ή επιστημονικοφανής εξήγηση, αλλά και επικαιρική είδηση), εκφέρονται με χαρακτηριστική γλώσσα, μείγμα επιμελώς ατημέλητης καθαρεύουσας και προφορικής δημοτικής, και έχουν σαφείς αντισυμβατικές, αντιρεαλιστικές, παρωδιακές ή αυτοπαρωδιακές και σατιρικές στοχεύσεις.
Οσο για τις πηγές αυτής της λαϊκότροπης τέχνης και της προσωπικής μυθολογίας, αυτές είναι ετερόκλητες: η λαϊκή παράδοση, το θέατρο σκιών, ο κινηματογράφος και τα κόμικς, η επιστημονική φαντασία, η μεταφυσική, το αντεργκράουντ, το θέατρο του παραλόγου, «αν όχι και κάποιες σκοτεινές παραβολές του Κάφκα και του Μπόρχες, φιλτραρισμένες από μια πολύ πονηρή εκδοχή του κωμικού» (Ευγένιος Αρανίτσης).
Ετσι προκύπτουν «ξωπλάσματα δαιμονικά» και «κομιξικές παραλληλίες», έτσι ο Χίτλερ μεταμορφώνεται σε Ελληνα δημόσιο υπάλληλο σε μια παρωδία του ναζισμού, ο Καραγκιόζης περιοδεύει στο Θιβέτ στην ομώνυμη δίπρακτη κωμωδία, ο Μέγας Αλέξανδρος αντιμετωπίζει Αμερικανούς υπερήρωες των κόμικς σε μια μεταμοντέρνα, ίσως, εκδοχή της «Φυλλάδας του Μεγαλέξανδρου», ενώ «Η Βαμπίρισσα» και το φάντασμα του αμετανόητου μπεκρή με το όνομα Σκοτώνης λες και έχουν βγει από τις «Παραδόσεις» του Νικόλαου Πολίτη («Το φάντασμα των παλαιών ημερών»). Ετσι προκύπτει, επίσης, και η ψευδοκριτική της «Μαύρης Αθήνας» του Μάρτιν Μπερνάλ («Οι Αρχαίοι Ελληνες ήταν αραπάδες») αλλά και ο εγγονοπουλικός «Δεκήρυκος ο Βολιώτης».
Προφανής αυτοαναφορική εικονογράφηση της συγκρητιστικής ειδολογικής πρακτικής του ο «Ομοιοστατικός Κρυπτο-τοπο-σκοπικογράφος ΔΕ ΤΖΟΥΛΙΑ», μια μυθογραφική συσκευή η οποία, «βασιζόμενη εις τον Νόμον του Τυχαίου» και τρεφόμενη «διά μουσικών εγγράφων και μουσικών ήχων» μπορεί να δημιουργήσει «Λογοτεχνοποιητικές Εικαστικές Συμφωνίες».
Τα προϊόντα του μυθογράφου συνδυάζουν όλα τα είδη, όπως συμβαίνει στην κατασκευή του Φρανκενστάιν, το «τέρας» που πρωταγωνιστεί σε κάποιες ιστορίες του Κουτρουμπούση, αντιπρόσωπος και αυτός της περίφημης οργάνωσης ΚΔΩΑ (Κτηνώδης Δύναμις Ογκώδης Αγνοια) που ίδρυσε παιγνιωδώς ο ίδιος ο συγγραφέας. Τόσο ο Φρανκενστάιν όσο και ο έγκλειστος σε νευρολογική κλινική και εφευρέτης του Μυθογράφου πιλότος Μπέννεττ αποτελούν περσόνες όχι μόνο του Κουτρουμπούση, αλλά και του νεο-πρωτοποριακού καλλιτέχνη.
Παρά το ανανεωμένο ενδιαφέρον για το εικαστικό του έργο που ακολουθεί την τεχνική του κολάζ (βλ. Θανάσης Μουτσόπουλος, «Τι τρέχει; Οι εικόνες του Πάνου Κουτρουμπούση», Futura, 2000), παρά τη συμπερίληψή του στην ανθολογία του Νίκου Σταμπάκη («Surrealism in Greece: An Anthology», University of Texas Press, 2008), τα κείμενα του Κουτρουμπούση δεν βρήκαν, ακόμα, τη θέση τους στις ιστορίες της ελληνικής πεζογραφίας. Το δύστροπο και αταξινόμητο για «ακαδημαϊκιτζήδες ερευνητές» και «κρανιολόγους των σαλονιών» έργο του παραμένει, ωστόσο, δραστικό, όπως τουλάχιστον μαρτυρά η αναγνωστική ανταπόκριση.
Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η σημαντική θέση του δίπλα στους αντιρεαλιστές που, μετά το 1960, πρότειναν και εξερεύνησαν καινοφανείς συνδυασμούς αφηγηματικών πρακτικών. Τα ταχυδραματικά συμβάντα του Πάνου Κουτρουμπούση και τα προϊόντα της φανταστικής μυθογραφικής συσκευής του πιλότου Μπέννεττ στέκονται επάξια δίπλα στα μεταμυθοπλαστικά έργα του Αλέξανδρου Σχινά, τα φανταστικά πεζά του Δημήτρη Ρικάκη, το ποιητικό έργο του Σπύρου Μεϊμάρη και του Αλέξανδρου Πωπ και τη δημώδη εκδοχή του γλωσσοκεντρισμού του Πάρη Τακόπουλου.
Οπως και να ’χει, αν είναι γνωστό τοις πάσι ότι «ετούτη η γη που την πατούμεν όλοι μέσα θα βρεθούμεν. Αμπώς;», άλλο τόσο είναι γνωστό ότι «Ο Συρρεαλισμός δεν πεθαίνει ποτέ», όπως έλεγε ο Ζαρατούστρας!
