Κυρίαρχη και σε αυτή την τελευταία συλλογή διηγημάτων του Κάρβερ είναι η αίσθηση του αποχαιρετισμού. Ο Κάρβερ έφυγε από τη ζωή το 1988 σε ηλικία πενήντα ετών, όταν η συγγραφική του καριέρα βρισκόταν σε κρίσιμο σημείο καμπής: είχε αποφασίσει, ύστερα από πλήθος δυσχερειών και ταλαιπωριών και έχοντας πλέον περισσότερο χρόνο και χρήμα στη διάθεσή του, να ασχοληθεί με την παραγωγή έργων μεγαλύτερης έκτασης.
Επιθυμία η οποία διακρίνεται και στο «Θέλημα», το τελευταίο διήγημα της συλλογής αλλά και της ζωής του Κάρβερ, το οποίο είναι σαφώς εκτενέστερο από τα υπόλοιπα αλλά και διαφοροποιείται από τη γνωστή θεματολογία του. «Το Θέλημα» είναι εμπνευσμένο από την τελευταία μέρα της ζωής του διηγηματογράφου Τσέχοφ, τη βιογραφία του οποίου διάβαζε εκείνη την εποχή και από τον οποίο, όπως είχε κατ’ επανάληψη δηλώσει, είχε επηρεαστεί.
Στο διήγημα του Κάρβερ ανασυντίθεται η σκηνή του τέλους με απίστευτες λεπτομέρειες, εστιάζοντας στο τελευταίο ποτήρι σαμπάνιας που ήπιε ο Τσέχοφ, αλλά κυρίως στον νεαρό σερβιτόρο που του τη σερβίρισε, καθώς -μια ακόμα οφειλή του Κάρβερ στον Τσέχοφ- πάντα αναδείκνυε καθημερινούς ανθρώπινους τύπους.
Οι ήρωές του, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, είναι άνεργοι ή μόλις έχασαν τη δουλειά τους ή, αν εργάζονται, είναι πωλητές, σερβιτόροι, πίνουν και κάποιοι απ’ αυτούς τρέφουν την επιθυμία να γράψουν. Παρ’ ότι απλοί και συνηθισμένοι, διαθέτουν κάποιο στοιχείο που τους διαφοροποιεί: παρουσιάζονται πάντα στο σημείο μιας βαθύτερης κατανόησης της πορείας τους, μιας «αναγκαστικής» θέασης της πραγματικότητας της ζωής τους που μέχρι τότε είτε δεν είχαν την ευκαιρία είτε φοβούνταν να αντιμετωπίσουν.
Ο Κάρβερ είχε εκφράσει επαναληπτικά την ιδέα πως κάθε συγγραφέας οφείλει να δημιουργεί έναν χαρακτηριστικό δικό του κόσμο, σύμφωνα με τις δικές του προδιαγραφές, κάτι που ο ίδιος πραγματοποίησε: ο δικός του κόσμος εμφανίζεται στα διηγήματά του ως ένα αμετακίνητο σκηνικό μέσα στο οποίο ζουν και κινούνται οι ήρωές του. Υπάρχει ένα ασυγύριστο δωμάτιο με ξέχειλα τασάκια, η τηλεόραση είναι διαρκώς αναμμένη και ένα ζευγάρι στον καναπέ.
Οταν δεν παρακολουθούν τηλεόραση, παρακολουθούν κρυφά ο ένας τον άλλον ή τους γείτονές τους, οι οποίοι συχνά χρησιμοποιούνται ως καθρέφτης της δικής τους ζωής. Ο κήπος είναι σχεδόν πάντα γεμάτος από πεσμένα φύλλα και, σε κάποια διηγήματα, ο ήρωας τον βλέπει και σκέφτεται πως χρειάζεται καθάρισμα ή ακόμα, σε μια ύστατη προσπάθεια δραστηριοποίησης, μπορεί να πάρει την τσουγκράνα και να τον καθαρίσει.
Σχεδόν πάντα υπάρχουν προβλήματα με τη σύζυγο ή τη φίλη του και συχνά ο μέσος ήρωάς του ονειρεύεται να αλλάξει ζωή, αλλά δεν διαθέτει την απαραίτητη ενέργεια, όπως ο Τζακ στο «Οποιος κι αν ήταν σ’ αυτό το κρεβάτι», και αναλώνεται σε ατελείωτες συζητήσεις με τη σύντροφό του, όταν δεν τους παίρνει ο ύπνος.
Οσοι απ’ αυτούς μετακινηθούν και πραγματοποιήσουν τις αλλαγές, όπως ο ήρωας του «Menudo», θα καταλήξουν σε μια παρόμοια κατάσταση, γιατί έστω και αν αλλάξουν σύζυγο και σπίτι, θα συνεχίσουν να κάθονται σε έναν παρόμοιο καναπέ, καπνίζοντας ατελείωτα τσιγάρα, αναλογιζόμενοι το παρελθόν και κοιτάζοντας με λαχτάρα τη γυναίκα απέναντι μέσα από έναν, γεμάτο με πεσμένα φύλλα, κήπο.
Συχνά, όπως ο ήρωας στο «Κοτσυφόπιτα», ένα εκ των ευφυέστερων διηγημάτων της συλλογής, βρίσκονται ξαφνικά «εκτός ιστορίας», μη αναγνωρίζοντας τους άλλους γύρω τους, ακόμα και την ίδια τους τη συμβία, χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για τον τρόπο που η ζωή τους θα συνεχιστεί. Ο ήρωας που δεν κατονομάζεται, αισθάνεται πως η ιστορία του «τον εγκατέλειψε» και πως ο άνθρωπος που αποχώρησε από τη ζωή του, δηλαδή η γυναίκα του, είναι ακόμα παρούσα. Αυτός είναι και ο λόγος που ακόμα και όταν χωρίζουν, δύσκολα αποχωρίζονται από το πικρό συναίσθημα μιας έλλειψης που τους αναγκάζει να επανέρχονται σε παλιά θέματα.
Και εν μέσω αυτής της διαδοχής μουντών ημερών και ταραγμένων νυχτών, κάποτε έρχεται ένα νεύμα που λειτουργεί καταλυτικά και προκαλεί αυτές τις ιδιαίτερες στιγμές έκλαμψης, στιγμές που προκύπτουν από αστάθμητους παράγοντες ή τυχαίες εισβολές ξένων και έστω και στιγμιαία ανακτούν μέρος της ιστορίας τους.
Στο «Οποιος κι αν ήταν σ’ αυτό το κρεβάτι» η ταραχή προκαλείται από ένα τηλεφώνημα μιας άγνωστης μέσα στη νύχτα και η αϋπνία που ακολουθεί, τον αναγκάζει να ξεδιπλώσει το νήμα της ζωής του. Στην «Κοτσυφόπιτα» βλέπει την ομίχλη να πυκνώνει έξω από το παράθυρα και άλογα να βόσκουν στην αυλή του, όταν τον εγκαταλείπει απροειδοποίητα η γυναίκα του, ενώ ο βασανισμένος οικογενειάρχης Μπίλι στον «Ελέφαντα» δοκιμάζει μια ανεξήγητη χαρά όταν βρίσκεται στο αυτοκίνητο ενός φίλου και πατάει τέρμα το γκάζι.
Ο Κάρβερ είναι αυτοβιογραφικός συγγραφέας και στα διηγήματά του διακρίνονται οι δοκιμασίες της δικής του ζωής. Στη σύντομη καριέρα του αφηγείται χωρίς μελοδραματισμούς καθημερινές ιστορίες απλών ανθρώπων, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα τους, ενσταλάζοντας σ’ αυτούς κάποια ποιότητα που τους καθιστά ξεχωριστούς. Ο ίδιος ήθελε να γράψει μυθιστόρημα, αλλά δυστυχώς, όταν ήρθε η ώρα να εφαρμόσει την τεχνική του σε μεγαλύτερη φόρμα, δεν του απέμεινε άλλη ζωή. Ομως αυτή «η άλλη ζωή» είχε ήδη περάσει στα διηγήματά του.
