Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ ές Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς
Πολιτικοί κρατούμενοι στη Ρωσία
«Μια νέα ζωή ξεκίνησε. Μια ζωή σε νεκρική σιγή την οποία αφουγκράζεσαι διαρκώς ακούσια και την ακούς για πάντα. Σιγή που σε κυριεύει σιγά σιγά, σε τυλίγει στα δίχτυα της, διαπερνά κάθε πόρο του σώματος, του νου και της ψυχής σου». Αυτές είναι οι πρώτες σημειώσεις που κρατάει η Βέρα Φίγκνερ καθώς οδηγείται στο κελί της στις φυλακές του Σλίσελμπουργκ στις 12 Οκτωβριου του 1884.
Τρία χρόνια πριν, τα μέλη της οργάνωσης «Ναρόντναγια Βόλια», μέλος της οποίας ήταν η Φίγκνερ, είχαν πραγματοποιήσει το πιο σημαντικό τους χτύπημα. Μετά από τρεις αποτυχημένες απόπειρες είχαν καταφέρει τελικά να εκτελέσουν με δύο βόμβες τον τσάρο Αλέξανδρο Β’, καθώς η άμαξά του διέσχιζε τους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης. Η θεαματική εκτέλεσή του ήταν η απάντηση στις «εκτελέσεις, τις φυλακίσεις και τις θηριωδίες εναντίον χιλιάδων ομοϊδεατών τους». Ομως η εξέγερση του λαού, την οποία προσδοκούσε αυτή η χούφτα των ορκισμένων επαναστατών, δεν πραγματοποιήθηκε. Αντίθετα, ξέσπασε μια τρομακτική καταστολή που συνέτριψε την οργάνωση.
Η Βέρα Φίγκνερ, μια γυναίκα που επιθυμούσε διακαώς να «λυτρώσει τον ρώσικο λαό εξαλείφοντας το απολυταρχικό καθεστώς», όπως υποστήριξε στην απολογία της, καταδικάζεται αρχικά σε θάνατο και αργότερα η ποινή της μετατρέπεται σε ισόβια κάθειρξη.
Το Σλίσελμπουργκ στη βορειοδυτική Ρωσία είναι η πόλη που ο Μέγαλος Πέτρος απελευθέρωσε από τους Σουηδούς το 1702. Της έδωσε ένα γερμανικό όνομα που σημαίνει «φρούριο-κλειδί», την οχύρωσε με τείχη και στον ψηλότερο πύργο της τοποθέτησε ένα επιχρυσωμένο κλειδί. Αυτό το κλειδί αντικρίζει η Φίγκνερ καθώς κοιτάει από το ατμόπλοιο την πόλη και διαισθάνεται πως όποιος εισέρχεται έχει χάσει κάθε ελπίδα.
Η διαίσθησή της είναι σωστή. Σε αυτό το «νεκροταφείο των ζωντανών» θα παραμείνει για είκοσι χρόνια. Το βιβλίο της «Οταν σταμάτησε το ρολόι της ζωής – Είκοσι χρόνια στα κάτεργα» (εκδόσεις Υπερσιβηρικός, μετάφραση Γιάννης Κέλογλου) είναι ο δέυτερος τόμος του έργου της «Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας». Κι αν ο πρώτος τόμος «Ελευθερία ή θάνατος –Νύχτα πάνω από τη Ρωσία» ήταν η εξιστόρηση των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών που οδήγησαν στην ίδρυση της «Ναρόντναγια Βόλια» (της «Λαϊκής Θέλησης»), εδώ είναι η δική της μαρτυρία από το «σπίτι των πεθαμένων», τη ρωσική Βαστίλη όπως βάφτισε τη φυλακή της.
«Η ζωή περνούσε χωρίς ερεθίσματα, οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες δεν ξεχώριζαν σε τίποτα μεταξύ τους. (…) Το αρχικά λευκό ασβεστωμένο κελί μετατράπηκε σε ένα σκοτεινό κιβώτιο (…) Στη θέα αυτού του κελιού κανείς δεν μπορούσε να αποδιώξει τη σκέψη: αυτό είναι ένα φέρετρο». Η Βέρα Φίγκνερ και οι σύντροφοί της ασφυκτιούν πίσω από τα απειλητικά τείχη που κρύβουν τον ορίζοντα.
Στην προηγούμενη ζωή τους κινδύνευαν από την Οχράνα, τη μυστική αστυνομία του τσάρου, από τους προδότες, από τους αστυνομικούς, από μια λάθος σύνδεση στην κατασκευή της βόμβας. Αλλά ζούσαν ελεύθεροι ανάμεσα στον λαό. Τώρα, στην ειδικά διαμορφωμένη φυλακή για τους πολιτικούς κρατούμενους, η απόγνωση φαίνεται να παίρνει το πάνω χέρι. Από τον έξω κόσμο δεν έρχεται κάποια είδηση που να δείχνει ότι η Ρωσία ξυπνάει. Τίποτε δεν συμβαίνει στη χώρα.
Κανένας ξεσηκωμός, καμία διασάλευση της τάξης. Μόνο κάποιοι ελάχιστοι επαναστάτες, που ξέφυγαν από τον κλοιό της αστυνομίας και ακόμα προσπαθούν να αφυπνίσουν τις μάζες με σποραδικές εκτελέσεις εκπροσώπων της άρχουσας τάξης. Ενας κρατούμενος χάνει τα λογικά του. Ενας άλλος οδηγείται σε ένα πρόχειρα στημένο ικρίωμα. Κάποιοι βγαίνουν άρρωστοι από τα κελιά μόνο και μόνο για να πεθάνουν σε κάποιο νοσοκομείο.
Αλλά μέσα σε όλον αυτόν τον ζόφο υπάρχει η δική τους θρησκεία, όπως την αποκαλεί η Φίγκνερ, που τους στηρίζει, η θρησκεία «της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης». Οπότε αρχίζουν να οργανώνονται. Επικοινωνούν μεταξύ τους με κωδικοποιημένα χτυπήματα στους τοίχους. Διεκδικούν με απεργίες πείνας -το μοναδικό όπλο του φυλακισμένου- το δικαίωμά τους να έχουν πρόσβαση σε βιβλία και χαρτί.
Και ενώ το καθεστώς μοιάζει να τους έχει ξεχάσει, αρχίζουν σιγά σιγά να εμπλουτίζουν την καθημερινότητά τους. Οι πολιτικές συζητήσεις εναλλάσονται με τη δουλειά στα εργαστήρια ή σε ένα μικρό κηπάκο που έφτιαξαν ανάμεσα στα τείχη. Οι φυλακισμένοι πρέπει να νικήσουν την ανία, τις εσωτερικές έριδες και φυσικά την κατάχρηση εξουσίας από τους δεσμοφύλακες και τη διοίκηση.
Η Βέρα Φίγκνερ θα αποφυλακιστεί το 1904. Αυτο-εξόριστη στην Ευρώπη θα αγωνιστεί για τα δικαιώματα των πολιτικών κρατούμενων στη Ρωσία. Το 1915 θα επιστρέψει στη χώρα για να γράψει τις «Αναμνήσεις» της και θα ζήσει την υπόλοιπη ζωή της κάτω από την άγρυπνη παρακολούθηση της Τσέκα, της αστυνομίας της ΕΣΣΔ. Μπορεί να φοβόταν τι θα ακολουθούσε όταν «τον σύντομο φλογερό δρόμο του επαναστατικού αγώνα, ακολούθησε ο μακρύς παγερός του μπουντρουμιού», αλλά απέδειξε ότι είχε, όπως έλεγαν για τους ναροντνικούς, «τον πόλεμο στο αίμα της» και δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται.
