ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Γκολίτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε ένα σύμπαν τυχαίων και ασύνειδων δυνάμεων, και υπό −κι άλλοτε στα περιθώρια− κεφαλαιακές διασυνδέσεις και ροές, ο διανοούμενος και ποιητής Γιώργος Βέλτσος έρχεται με τη «Λευκή Ελλάδα» και με τον υιικό του σεβασμό φονεύει τους προπάτορες του.

Σπάζοντας τα αγγεία και σκορπίζοντας το φως. Αφού προηγουμένως κοινωνήσει την απόσυρση και τη συστολή των δημιουργών −ως αφετηρίας, συσσώρευσης και ως στοιχείου συνοχής−, στοχεύει σε μια αποκατάσταση και σε μια συμβολή. Παίρνοντας εξαρχής θέση ώστε να αυτό-αναιρεθεί. Αυτό-υπονομευόμενος.

Πατροκτόνος δεδηλωμένα λοιπόν, ως άλλος Ορέστης, παρουσιάζει, συν-ομιλεί και συν-λειτουργεί ποιητικά και αντι-κατοπτρικά με τον Διονύσιο Σολωμό, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Τάκη Σινόπουλο, τον Νίκο Καρούζο κ.ά. Βάζοντας τους ίδιους τους ποιητές να μιλάνε μέσα απ’ το στόμα του και αφού πρώτα μας εκθέσει την επιστολή που του απευθύνει η Τζίνα Πολίτη (με την οποία και ξεκινά το βιβλίο), καταλήγει στο ίδιο το στόμα-σήμα που μιλά, στην Ελλάδα, ως χώρα, που παραμένει επίμονα λευκή. Εκτυφλωτικά λευκή, και συνάμα κενή, ή και άδεια. Προς πλήρωση και εκ-πλήρωση. Ως μια Μήδεια. Παράφορη, ποιητική.

Η «αλήθεια», στην περίπτωσή του, απομακρυσμένη από την κηδεμονία της δομής, ως ένα πολλαπλό, δυναμικό και ρευστό συμπλήρωμα –ή ως ένα επιπρόσθετο αναπλήρωμα– της όποιας δοσμένης και άρα διχαστικής κατάστασης, ελαχίστως και μόνο στιγμιαία λέγεται, μέσω του λόγου της τέχνης, μέσω δηλαδή ενός «καλλιτεχνικού-διανοητικού» ή και «μυθικού-παραβολικού» φιλοσοφικού λόγου, που προσωκρατίζει. Περνώντας από τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο για να βγει στον Χάιντεγκερ, τον Αξελό και τον Ντεριντά, στην εποχή μας, με τα φιλοσοφικο-ποιητικά τους ιδιόλεκτα. Σε ένα τέτοιο «ιδιόλεκτο» λοιπόν, ως ένωση και ως τομή, επενδύει ο Βέλτσος. Με το αληθοεπές να αποδίδει επιπρόσθετα το, κατά τον Badiou, «“εγκυκλοπαιδικά” ακριβές», και το οποίο διακρίνεται προσεκτικά από το «αληθές», καθότι η αλήθεια «υφαιρείται των “εγκυκλοπαιδικών” ταξινομήσεων, εμφιλοχωρώντας στη διασπαστική διαγώνιό τους».

Και εδώ ο Βέλτσος, εσκεμμένα ή εκ των πραγμάτων, μετεωρίζεται. Ως ο πλέον πτηνός απ’ τους καθηλωμένους. Περιστρεφόμενος με το σπασμένο και μερικώς κομμένο φτερό του να χτυπά, από έξω και από μέσα, το τζάμι μας.

Με τη διασπαστική του διαγώνιο λοιπόν διασχίζει το εγκυκλοπαιδικό και ποιητικό ιστορικό και ζωντανό μας σώμα, και εκλαμβάνει την Ελλάδα, και συνεκδοχικά τον κόσμο, σεξπιρικά ως σκηνή, δηλαδή ως ένα νησί στο διάστημα, και το μαύρο του ουρανού ως μια πλατιά θάλασσα, ως έναν ουράνιο ωκεανό, όπου στο λίγο φωτεινό μισό, στο γνωστό μας κυανό, της Μεσογείου, επιλέγει να αυτο-τυφλωθεί, ως άλλος Οιδίποδας, από τη λευκότητα του φωτός. Και λόγω των πεπραγμένων-προηγηθέντων παραμιλά, και εμείς μαζί του μιλούμε και μιλά για όλα, εξαρχής και επαναληπτικά, σε τούτη δω τη χώρα, σαν να κατεβήκαμε, όπως λέει ο Νάνος Βαλαωρίτης, εχθές απ’ το φεγγάρι.

Από όπου και κατανοούμε την ανάγκη μας να επινοήσουμε τους προγόνους μας. Ωστε να τους φονεύσουμε. Ξανά και ξανά. Περνώντας από τη κουβέντα του Σεφέρη, «σ’ αυτόν τον τόπο όπου όλοι είμαστε τόσο τραγικά αυτοδίδακτοι», σε έναν άλλοτε ειρωνικό ή αλληγορικό λόγο −που λειτουργεί σε πρώτο επίπεδο ως τόπος-πρόσχωμα− και άλλοτε σε έναν λόγο συνεκδοχικό και συμβολικό, που αποκαλύπτεται ως μια αθεμελίωτη αφαίρεση, μια συλλογική αυτο-επινόηση που αλληλοφορτίζουμε με τη διαδραστικότητά μας.

Ας κλείσουμε όμως με την προσφώνηση της Τζίνας Πολίτη, δηλ. με το «Γιώργο μου», Αθήνα, 14 Ιουνίου 2018, και με τα λόγια της: «Σε τελευταία ανάλυση, κι εσύ, όπως και οι προλαλήσαντες [Κάλβος, Σολωμός, Παλαμάς, Σικελιανός, Ελύτης, Σεφέρης, οι ποιητές της “ήττας”, ο Δημητριάδης], μας παγιδεύεις αναπόδραστα, σαν το άλογο στ’ αλώνι, να τριγυρίζουμε gyro-gyro rondo αναζητώντας το άλλο μιας αυτοεικόνας μας, μιας εν δυνάμει “ταυτότητάς” μας από ένα ανύπαρκτο Δημαρχείο! Σε αυτό το παθιασμένο-ειρωνικό-απομυθοποιητικό-αποδημητικό-λαβωμένο ποιητικό σου φτερούγισμα, που όλο χτυπάει πάνω στο σκληρό τζάμι μιας καθολικής −και όχι μόνο ελληνικής− πραγματικότητας, σε παρακολουθώ: τα ποιητικά σου τεχνάσματα, την εσωτερική ρίμα, τις καινοτόμες μεταφορές και αντιθέσεις σου – το κυριότερο, μια νέα τοπιογραφία στην οποία δεν μας είχες συνηθίσει, μια τοπιογραφία απαλλαγμένη από το παραδοσιακό, “περιγραφικό” αρχείο, σκληρή, σύγχρονη, νευρώδη, “μεταλλική”, ατονική…».