Ο Μάρκος Μέσκος υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές της Δεύτερης Μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, καταθέτοντας, πρώτα και κύρια στο ποιητικό πεδίο μιαν απολύτως προσωπική εκδοχή του ανεπούλωτου τραύματος που άφησε σ’ αυτόν -και ίσως στους σημαντικότερους συνοδοιπόρους του- η από κάθε άποψη τραυματική δεκαετία του ’40 (Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, ψυχροπολεμική περίοδος), εμπλουτίζοντας, με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο, τη μεταπολεμική εκδοχή της πολιτικής ποίησης.
Τείνοντας να εκμηδενίσει και, με πόνο ψυχής, επί εξήντα χρόνια και βάλε, θερμαίνοντας την απόσταση ανάμεσα στα χρόνια της ψυχικής -και όχι μόνο-δοκιμασίας και στο παρόν –στο εκάστοτε παρόν της γραφής.
Δοκιμασίας που τα ίχνη της είναι διάχυτα στην ποίηση -και στα αφηγήματα- του Μάρκου Μέσκου και που, στην αρχή τουλάχιστον, δεν μοιάζει να έχουν σαφές ιδεολογικό στίγμα∙ κάτι που μπορεί να οφείλεται στην έκπληξη ενός νέου ανθρώπου μπροστά στην ανθρώπινη κτηνωδία ή στη μυθοποιητική -ίσως και παραμυθητική- μετάπλαση συγκεκριμένων τραυματικών περιστατικών και εικόνων του παρελθόντος με τη συνδρομή πραγματικών και αλληγορικών στοιχείων της φύσης, καθώς και ενός ενδιάθετου φυσιοκρατικού λυρισμού που εξαρχής τον χαρακτηρίζει.
Στοιχείων που, με τον καιρό, δημιουργούν γύρω από τον υπαρξιακό του πυρήνα έναν προστατευτικό κλοιό απροσπέλαστο από τις διεκδικητικές του παρόντος μνήμες, εκτός κι αν αυτές έχουν προηγουμένως υποστεί μια, συνειδητή ή όχι αδιάφορο, διαδικασία λείανσης και απάλυνσης των αιχμών τους.
Διατηρώντας μονίμως ζωντανές και εν εγρηγόρσει τις μακρινές, σκοτεινές μνήμες των παιδικών του χρόνων, την έντονη αίσθηση της φυσικής-αγροτικής απλωσιάς που αξιώθηκε και που ποτέ δεν έπαψε να τον περιφρουρεί κάθε φορά που έρχεται αντιμέτωπος με τις πλέον επίβουλες κι επίφοβες εκδοχές της πραγματικότητας που τον περιβάλλει κι ακόμα, γαλουχημένος με ήχους, θρύλους και κορυφαίες ηρωικές στιγμές της δημοτικής παράδοσης, ο Μάρκος Μέσκος δημιούργησε έναν απολύτως δικό του, εντελώς ιδιότυπο λυρισμό.
Μπορεί να συνέβαλε σ’ αυτό και το γεγονός ότι στον λυπημένο χώρο της μνήμης του πάνω απ’ όλα επικράτησε η συγκίνηση∙ κυριάρχησε το συγκινησιακό και όχι το ιδεολογικό εκτόπισμα των συγκλονιστικών γεγονότων και καταστάσεων που τον σημάδεψαν∙ γι’ αυτό και μπόρεσε να κρατήσει το πρόσωπό του ακέραιο και καθαρό, παρά τις δυσοίωνες συνθήκες του σύγχρονου κόσμου, γι’ αυτό και, όπως επισημάνθηκε, ήταν μονίμως σε θέση «να μεταδώσει συναισθηματικά την εμπειρία του ιστορικού γίγνεσθαι» (Δώρα Μέντη).
Οποια και αν υπήρξε, πάντως, η υφή του εκτοπίσματος που δημιούργησαν μέσα του τα τραυματικά γεγονότα της ιστορίας των ημερών του, συναισθηματική ή ιδεολογική, η ποίηση του Μάρκου Μέσκου βρίθει από, οπωσδήποτε εύκολα, αναγνωρίσιμες κοινωνικές και ιστορικές αναφορές.
Μόνο που η κοινωνικότητα και η ιστορικότητά της, παρά το γεγονός ότι εντοπίζονται αμέσως, ποιητικά διαθλώνται και επενεργούν εμμέσως∙ πιθανόν εξαιτίας της αντιπαράθεσης στην οποία μονίμως βρίσκεται το παρελθόν με το παρόν∙ και ίσως εξαιτίας του γεγονότος ότι οι μνήμες, ακόμα και οι πλέον οδυνηρές, μέσα σε μια αδυσώπητη, καθημαγμένη καθημερινότητα, αποτελούν το μοναδικό απάγκιο μέρος που απόμεινε, τη μοναδική «έκταση», όπου η φύση, τα πρόσωπα, τα γεγονότα -ιδίως η φύση- διατηρούν μια σαγηνευτική, παρά τα όσα συνέβησαν, παρθενικότητα, αποτελώντας ένα είδος προστατευτικού κλοιού, προφυλάσσοντας τον ποιητή από τις διαρκείς επίβουλες επιθέσεις του παρελθόντος.
Τα παιδιά κατέβαιναν με το ποτάμι. Κυλούσαν, κυλούσαν
δεν έκλαιγαν, δεν τραγουδούσαν – ήταν παγωνιά
χιόνι παγωνιάς ετρύπαε τα κόκαλα, Μάης δεν ήταν
λουλούδια μήτε και μόνο η μάνα με τα πράσινα μαλλιά
έσκυβε να χαϊδέψει ό,τι έφτανε: Μέτωπα ακίνητα, πόδια
και χέρια κι αγκαλιές και τώρα βούρλα μέσα στις παλάμες τους
μια πάνω μια κάτω στο κόκκινο νερό, έσκυβεν η μάνα
με τα πράσινα μαλλιά (αν είχε πια μαλλιά)
ότι έφτανε ν’ αγγίσει απ’ τα νεκρά παιδιά
τους άντρες πες
που κατεβαίναν σκοτεινά, χωρίς φως το ποτάμι.
(«Ιτιά», Μαυροβούνι, 1963)
Η διαρκής αίσθηση σύγκρουσης των οδυνηρών περασμένων με το ανοίκειο παρόν, οι σκληρές μνήμες του ατομικού και του συλλογικού βίου, αλλά και ο παρηγορητικός ρόλος της φύσης και της δημοτικής παράδοσης, χαρακτηρίζουν το ποιητικό αλλά και το αφηγηματικό έργο του Μάρκου Μέσκου, όπου δεσπόζουν τα χρόνια της Αντίστασης και του Εμφυλίου, με σκόρπιες, μεμονωμένες, δραματικές πτυχές του τελευταίου να ανασύρονται στο ανελέητο φως του αφηγηματικού εδώ και τώρα, όπως τις είδε και τις βίωσε στις παρυφές της αλάνας που έπαιζε ξένοιαστα ένα παιδί.
Το παιδί που η μορφή του δεσπόζει στις περισσότερες αφηγηματικές, μνημονικά προσδιορισμένες, περιπλανήσεις του Μέσκου και που, όπως έχει καίρια επισημανθεί, υπήρξε ο ίδιος, όταν «όπως όλα τα παιδιά, θεωρούσε ότι όσα γνώριζε και όσα τον προκαλούσαν ήταν μοναδικά και ανεπανάληπτα» (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου).
