Η σκέψη -όπως και η ζωή- της Σιμόνης Βέιλ είναι μια ακροβασία σε τεντωμένο σκοινί. Η Βέιλ αρνείται κάθε βεβαιότητα που προσφέρει στους διανοούμενους ένα προσωπείο κύρους και δύναμης, για να μπορέσει να σκεφτεί τα πάντα εξαρχής.
Αυτή η διαρκώς ανυπότακτη Εβραία που στράφηκε στον καθολικισμό, η αναρχοσυνδικαλίστρια που είδε τη ζωή της αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τους αγώνες της εργατικής τάξης, που δούλεψε σε εργοστάσιο, που μάζεψε σταφύλια μαζί με τους αγρότες της Μασσαλίας και έλαβε μέρος -χωρίς ποτέ να συμφιλιωθεί με τη φρίκη του χυμένου αίματος- στον ισπανικό Εμφύλιο, γιατί δεν άντεχε την ιδέα της υποδούλωσης των Ισπανών εργατών στον φασίστα και δικτάτορα Φράνκο, αισθάνθηκε μυστικά ότι ο ίδιος ο Χριστός κατέβηκε και την πήρε, την ώρα που απήγγελλε το ποίημα «Love» του Τζορτζ Χέρμπερτ, κατά τα τέλη του 1938.

Ο στόχος του -άψογα μεταφρασμένου- μικρού αυτού βιβλίου είναι πολεμικός. Ο λόγος περί προσώπου αλλά και περί δικαιωμάτων είναι, για τη Βέιλ, ο λόγος των κοινωνικά ισχυρών και προνομιούχων. Η δικαιοσύνη, που συχνά ταυτίζεται με τα συμφέροντά τους, δεν είναι η αληθινή δικαιοσύνη.
Δύο ερωτήματα τίθενται, λοιπόν, εδώ:
α) Μπορεί να υπάρξει ένας άλλος λόγος για το πρόσωπο και τη δικαιοσύνη, πέρα από την ταύτισή του με τα προνόμια των κοινωνικά ευνοημένων; Και
β) Χρειάζεται ή όχι να υπάρχει στη δικαιοσύνη μια μεταφυσική διάσταση που να τη συνδέει με την αγάπη; Επειδή το πρώτο ερώτημα υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του μικρού αυτού σημειώματος, ερχόμαστε κατευθείαν στο δεύτερο.
Αν πιστέψουμε τη νεώτερη πολιτική θεωρία, επί παραδείγματι του Τζον Ρολς, η δικαιοσύνη είναι απλώς ένα ζήτημα συνδυασμού κάποιων ορθολογικών «αρχών»: μιας αρχής που θα εγγυάται τις βασικές, νομικές και συνταγματικές, ελευθερίες του προσώπου και μιας αρχής που θα διαμοιράζει αξιώματα και θέσεις προς όφελος των λιγότερο ευνοημένων «υπό καθεστώς ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών»1. Η δικαιοσύνη περιορίζεται, λοιπόν, για τον Ρολς και όλο τον φιλελεύθερο διαδικασιοκεντρισμό σε ένα σύνολο νομικών ρυθμίσεων.
Μια τέτοια αντίληψη για τη δικαιοσύνη, όσο και αν είναι σημαντική, δεν θα μπορούσε ποτέ να ικανοποιήσει τη Βέιλ, γιατί, για εκείνη, το σημείο αφετηρίας της δικαιοσύνης δεν είναι άλλο από τον πόνο των πονεμένων και τη δυστυχία των δυστυχισμένων και ρημαγμένων ανθρώπων. Οποιος δεν ακούει το βογκητό των δυστυχισμένων και την κραυγή των πενήτων που αναρωτιούνται «γιατί μου κάνεις -ή γιατί μου γίνεται- κακό;», δεν έχει καταλάβει ποτέ τίποτε από τη δικαιοσύνη. Αποτελεί, επί παραδείγματι, αναίδεια να μιλάς στους φτωχούς και τους τσαλαπατημένους ανθρώπους για το -θεμελιώδες στον φιλελευθερισμό- δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Το μόνο ιερό και πηγή του ιερού είναι, για τη Βέιλ, το καλό (σ. 9).
Αν η δικαιοσύνη δεν συνδέεται με την αγάπη -γιατί μόνο η αγάπη κενώνει τη δικαιοσύνη από τη δύναμη-, τότε εύκολα τρέπεται σε δοσοληψία και συμφεροντολογικό υπολογισμό. Η αγάπη δεν αφήνει τη δικαιοσύνη να εκφυλιστεί σε δοσοληψία, γιατί στρέφει την προσοχή της στους πονεμένους και τους δυστυχισμένους. Σωστά ο Σταύρος Ζουμπουλάκης επισημαίνει, στο σπουδαίο επίμετρό του, την παραλληλία ανάμεσα στο Πρόσωπο και το ιερό και το συγκλονιστικό κείμενο της Βέιλ «Η αγάπη του Θεού και η δυστυχία»2. Η δυστυχία είναι «κονιορτοποίηση της ψυχής από τη μηχανική ωμότητα των περιστάσεων»3.
Η Βέιλ είναι πεπεισμένη: με φυσικό τρόπο είναι αδύνατο να γνωρίσουμε τη δυστυχία και να προσέξουμε τους δυστυχισμένους. Η προσοχή στους ραγισμένους και συντετριμμένους δεν είναι δυνατή παρά μόνον «χάρις την υπερφυσική αγάπη», δηλαδή, τον Σταυρό του Χριστού: «όλοι οι άνθρωποι περιφρονούν τους δυστυχισμένους, τους αποστρέφονται, αδυνατούν να τους συμπονέσουν. Ολοι, εκτός από εκείνους που την ψυχή τους την έχει κατοικήσει ο Χριστός»4. Ο Χριστός κενώνει τη δικαιοσύνη -που, ας μην το ξεχνάμε, είναι και ένα πολιτικό ιδεώδες- από κάθε οίηση, εγωισμό και ιδιοτελές συμφέρον, και την αναπροσανατολίζει στην αγάπη.
Η Βέιλ λέει ότι «τίποτε δεν είναι πιο φρικτό […] από το να βλέπεις στο πλημμελειοδικείο κάποιον δύστυχο να ψελλίζει ενώπιον ενός δικαστή που κάνει φίνα αστεία σε κομψή γλώσσα» (σ. 11). Πώς να ξεχωρίσουμε την αληθινή δικαιοσύνη από τις εικόνες της; Οι εύκολες ρητορείες περί δικαιωμάτων πολλές φορές συγκαλύπτουν την αδικία και την απανθρωπιά μας. Εχοντας στο μυαλό της τέτοιες εικόνες, τέτοιες διαστροφές της δικαιοσύνης μέσα στον πολιτισμό μας, η φωνή της Βέιλ, λέει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, είναι «κλητική και ανακλητική», μας ανακαλεί στην ανθρωπιά:
«Να μιλάς στον άνθρωπο που ψάχνει στα σκουπίδια να βρει κάτι να φάει για το ιερό δικαίωμά του να επιλέγει την εργασία του, σημαίνει ότι σου λείπει η αιδώς. Ποιο είναι το πρόσωπο και τα δικαιώματα των κρατουμένων στο Αουσβιτς ή στο Γκουλάγκ; Τι νόημα έχει το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας για τα εκατομμύρια ανθρώπων που πάσχουν από Αλτσχάιμερ;5».
Η δικαιοσύνη δεν μπορεί, λοιπόν, να εξαντλείται στα όρια του νόμου ή στην αφηρημένη επίκληση των δικαιωμάτων, γιατί αυτό που τότε διαπράττεται, με ήσυχη μάλιστα, συνείδηση είναι η αδικία6. Ας μην ψάχνουμε μόνο μακριά από εμάς τους άδικους και τους ισχυρούς. Ενάντια σε κάθε περιφρόνηση του φτωχού του πρόσφυγα και του αδύνατου και ενάντια στη φιλελεύθερη λατρεία για τις νομικές ρυθμίσεις και διαδικασίες, η Βέιλ δεν ζητά τίποτε λιγότερο από την «αποκρυστάλλωση στη δημόσια ζωή του υπέρτατου αγαθού» (σ. 47).
Η Βέιλ σκέφτεται μαζί το υπόκωφο βογκητό των δυστυχισμένων και την κραυγή εγκατάλειψης του ίδιου του Χριστού πάνω στον Σταυρό. Η μεταφυσική διάσταση της δικαιοσύνης πρέπει, λοιπόν, να αναζητηθεί τελικά σε αυτή τη συμμαχία, τη συμπόρευση και τη συνοδοιπορία του Χριστού με όλους όσοι δεν έχουν πρόσωπο μέσα στην ιστορία, με τους τσαλαπατημένους, τους συντετριμμένους, τα θύματα και τους σκλάβους. Με φυσικό τρόπο, βολεμένοι και αποχαυνωμένοι μέσα στα κάθε είδους προνόμιά μας και μέσα στον τερατώδη ναρκισσισμό του «εγώ» μας, είναι αδύνατο να ακούσουμε τον στεναγμό των δυστυχισμένων. Μόνο η υπερφυσική αγάπη, η «μωρία της αγάπης» -ο Σταυρός του Χριστού- μπορεί να μας βγάλει από το βόλεμά μας και να μας κάνει να αναγνωρίσουμε τη δυστυχία που δεν μπορούν να ακούσουν οι «επαγγελματίες του λόγου» και της πολιτικής. Ο αφουγκρασμός της διαμαρτυρίας των δυστυχισμένων και των πενήτων και όσων «δεν έχουν πρόσωπο», δηλαδή προνόμια και κοινωνικό κύροςουν προϋποθέτει τη ρήξη με την ιδέα της πολιτικής ως δύναμης.
- 1. Τζον Ρολς, Η δίκαιη κοινωνία, μτφρ. Φιλήμων Παιονίδης, επιμέλεια Erin Kelly, Πόλις, Αθήνα 2006, σ. 97.
- 2. Simon Weil, OEuvres Complètes, 1, σ. 348 κ.έ.
- 3. Simon Weil, ο.π., σ. 368-369.
- 4. Σταύρος Ζουμπουλάκης, επίμετρο, ο.π.,
- σ. 68.
- 5. Σταύρος Ζουμπουλάκης, ο.π., σ. 76.
- 6. Ο.π.
