Με τον κομψό τόμο των εκδόσεων Ικαρος, που περιλαμβάνει συγκεντρωμένες τις ποιητικές «Μεταφράσεις» του Λορεντζάτου, συμπληρώνεται τώρα, σε σημαντικό βαθμό, η έκδοση των γραπτών του τόσο σημαντικού αυτού Ελληνα κριτικού, στοχαστή και συγγραφέα. Εχουν προηγηθεί οι τρεις πολύτιμοι τόμοι με τις «Μελέτες» του (εκδ. Δόμος και Μουσείο Μπενάκη), ο επιβλητικός μεταθανάτιος τόμος «Collectanea» (εκδ. Δόμος) και τα «Ποιήματά» του (εκδ. Ικαρος)· κι ελπίζω να κυκλοφορεί ακόμα το εξαιρετικό αφηγηματικό και στοχαστικό του βιβλίο «Στου τιμονιού το αυλάκι» (εκδ. Δόμος). Λογικά δεν πρέπει να περιμένουμε κάτι άλλο, μια και ο Λορεντζάτος δεν φαίνεται να εκτιμούσε πολύ τη φιλολογική μηχανή που παίρνει μπρος μετά τον θάνατο του συγγραφέα.
Ο,τι έγραψε ο ίδιος με φανερή επιδοκιμασία για τον Οργουελ, κατά πάσα πιθανότητα ισχύει και γι’ αυτόν: «Πεθαίνοντας άφησε ελάχιστα “χαρτιά”, από αυτά για τα οποία τόσο πολύ ενδιαφέρονται μια ορισμένη κριτική και οι περισσότεροι βιογράφοι».
Στον τόμο με τις «Μεταφράσεις» του Ζήσιμου Λορεντζάτου περιλαμβάνονται όλες οι ποιητικές μεταφράσεις που είχε επιχειρήσει και δημοσιεύσει σε βιβλία ή σε περιοδικά ο ίδιος. Πρώτη η ποιητική συλλογή «Κατάη» του Εζρα Πάουντ, τα κινεζικά ποιήματα δηλαδή που μετέφρασε/διασκεύασε ο Αμερικανός ποιητής το 1915.
Υστερα «Οι γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης», το πιο γνωστό και σημαντικό από τα προφητικά ποιήματα του William Blake, και τα «Ξένια» του Eugenio Montale, δεκατέσσερα δηλαδή από τα ποιήματα που έγραψε ο Ιταλός νομπελίστας ποιητής μετά τον θάνατο της γυναίκας του. Τέσσερα ακόμη μεμονωμένα ποιήματα περιέχονται στο κύριο μέρος του βιβλίου, του Χέλντερλιν, του Γέιτς, της Σιμπόρσκα και του Ωντεν, ένα από τον καθένα.
Τέλος σε παράρτημα δημοσιεύονται τρία δοκίμια περί ποιητικής τέχνης του Εντγκαρ Αλλαν Πόε (τα οποία αποτελούν μάλιστα τα πρώτα δημοσιευμένα κείμενα του Ζήσιμου Λορεντζάτου, το 1936-37), καθώς και η πεζή μετάφραση ενός ποιήματος του Τζ. Μ. Χόπκινς, που περιλαμβανόταν μεν στην πρώτη έκδοση της μελέτης του Λορεντζάτου για τον Οργουελ (Φόρος τιμής στον E. A. Blair), αλλά δεν περιλαμβάνεται στην οριστική συγκεντρωτική έκδοση των έργων του – γεγονός ενδεικτικό της αυστηρής αντίληψης, όπως θα δούμε, του συγγραφέα για τη μεταφραστική δουλειά.
Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος δεν ήταν βέβαια επαγγελματίας μεταφραστής· δεν ήταν καν συστηματικός μεταφραστής. Και ήταν πάντα πολύ επιφυλακτικός όσον αφορά τη δυνατότητα της μετάφρασης να διασώζει την ουσία του πρωτότυπου λογοτεχνικού κειμένου. «Η μετάφραση», υποστήριζε, «είναι η μόνη περίπτωση που ο νόμος των συγκοινωνούντων δοχείων δεν λειτουργεί. Χρειάζεται μεγάλες προσπάθειες, και σχεδόν ποτέ η στάθμη της ποίησης δεν παρουσιάζεται ίδια και στα δύο δοχεία».
Γι’ αυτό τα ποιητικά κείμενα που κατά καιρούς καταπιάστηκε να μεταφράσει δεν ήταν ποτέ παραγγελίες ή προτάσεις κάποιου άλλου αλλά αφορμές και μέσα για να μιλήσει για εκείνο το ένα που θεωρούσε σημαντικό, και που το τοποθετούσε σταθερά πέραν της λογοτεχνίας του καιρού μας: «Η λογοτεχνία, όπως αναπτύχθηκε στην Ευρώπη ύστερα από τον Δάντη, […] είναι προσωπικά στη ζωή μου μια υπόθεση μάλλον κλειστή ή ένας αναχρονισμός».
Γι’ αυτό δεν διστάζει κάποτε να παίρνει ελευθερίες που απομακρύνουν ίσως τη μετάφρασή του από το γράμμα του κειμένου, αλλά την πλησιάζουν στην ουσία του. Ή ακόμα στην ουσία όπως την αντιλαμβάνεται ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο οποίος τοποθετεί, φέρ’ ειπείν, τον Μπλέηκ εκτός του δυτικού πολιτισμού, θεωρώντας πως ο Αγγλος ποιητής βρίσκεται εγγύτερα στη δική μας –μη δυτική– παράδοση παρά στην ευρωπαϊκή.
Η αντίληψή του αυτή έχει ως αποτέλεσμα να μεταφράζει τους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης» με τη συνειδητή πρόθεση να ιδιοποιηθεί το έργο για λογαριασμό της καθ’ ημάς Ανατολής. Ετσι ο αναγνώστης βρίσκεται αίφνης αντιμέτωπος με γλωσσικούς τύπους και εκφραστικούς τόνους που ταιριάζουν περισσότερο ίσως στον Μακρυγιάννη και τον Σολωμό του «Διαλόγου» παρά στον μεγάλο ρομαντικό ποιητή.
Η περίπτωση ωστόσο αυτής της μετάφρασης, των «Γάμων του Ουρανού και της Κόλασης», αποτελεί μάλλον εξαίρεση και είναι ενδεικτική της μεταστροφής του Ζήσιμου Λορεντζάτου, από την αισθητική στην πνευματική προσέγγιση της λογοτεχνίας, που συνέβη εκείνη ακριβώς τη χρονιά, το 1953. Ενώ αντιθέτως υποδειγματική θεωρώ τη μετάφραση των δεκατεσσάρων εξαίσιων ποιημάτων του Μοντάλε που δημοσιεύονται πρώτη φορά τώρα σε βιβλίο.
Οπως και να ’χει πάντως, ο τόμος με τις ποιητικές μεταφράσεις –και τα συνοδευτικά κείμενα– του Λορεντζάτου ενδιαφέρει κυρίως ως μία ακόμη πτυχή, όχι δευτερεύουσα, της προσωπικότητας του ιδιόρρυθμου αυτού ανθρώπου, για τον οποίο ο Κωστής Παπαγιώργης έγραφε κάποτε πως το έργο του πρέπει να αποτελεί την κατώτατη και την ανώτατη εκπαίδευση κάθε νέου που αποφασίζει να καταπιαστεί με τα γράμματα – ή, ίσως, με οτιδήποτε κι αν αποφασίζει να ασχοληθεί.
