Aς υποθέσουμε πως έχετε λάβει πρόσκληση για μια γαμήλια δεξίωση και επιθυμείτε να αγοράσετε ένα ζευγάρι παπούτσια για την περίσταση. Αμέσως είναι (ή μπορούν σχετικά εύκολα και ανέξοδα να περιέλθουν) σε γνώση σας μια σειρά δεδομένων:
το ποσόν που μπορείτε να ξοδέψετε, τα σημεία πώλησης, οι διαφορές στην τιμή, το γούστο σας, η επικρατούσα μόδα, η πιθανότητα να μην υπάρχουν τα παπούτσια που θέλετε στο νούμερό σας, το (τραγικό) ενδεχόμενο να δείτε τα ίδια παπούτσια σε άλλα πόδια και, βέβαια, το πόσο σημαντικό είναι για σας να έχετε μια καλή εμφάνιση στη δεξίωση.
Το τελευταίο ενδεχομένως σχετίζεται και με το κατά πόσο θεωρείτε τη συγκεκριμένη περίσταση ως μια ευκαιρία να συναντήσετε κι εσείς το άλλο σας μισό.
Είναι προφανές, λοιπόν, ότι για την αγορά των καινούργιων παπουτσιών σας θα επιστρατεύσετε, συνειδητά ή ασυνείδητα, μια σειρά από διαδικασίες και στοιχεία που προβλέπονται από τα, περισσότερο ή λιγότερο ορθόδοξα, οικονομικά και χαρακτηρίζουν την, λιγότερο ή περισσότερο περιορισμένη, ορθολογική συμπεριφορά: περιορισμένοι πόροι, τιμή, επιλογή, κόστος, όφελος, χρησιμότητα και, βέβαια, αβεβαιότητα.
Πολλοί ισχυρίζονται ότι στις περισσότερες από τις δραστηριότητές μας, είτε διαθέτουν χρηματική διάσταση είτε όχι, επιστρατεύουμε κάποιου είδους «οικονομική» σκέψη, δηλαδή υπολογίζουμε το κόστος και το όφελος.
Γι’ αυτό, άλλωστε, και η οικονομική επιστήμη, στις διάφορες εκδοχές της, προσπαθεί με ζέση να ερμηνεύσει το σύνολο, σχεδόν, των ανθρώπινων δραστηριοτήτων με οικονομικούς όρους, από την επιλογή ψήφου έως τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Υπάρχει, ωστόσο, μια περιοχή που κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Εχουμε οικονομική προσέγγιση για την επιλογή παπουτσιών, αλλά όχι για κάτι απείρως σημαντικότερο, την επιλογή συντρόφου. Εδώ, η οικονομική επιστήμη μάλλον ακολουθούσε τη λαϊκή ρήση «όλα είναι του μυαλού, αλλά η παντρειά της τύχης».
Ο Νίκος Κουτσιαράς, ο οποίος διδάσκει Πολιτική Οικονομία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συμπληρώνει αυτό το κενό με «Τα Οικονομικά του Ερωτος». Εφαρμόζει με επιστημονική αυστηρότητα τις βασικές αρχές της οικονομικής θεωρίας στην «αγορά» του έρωτα, κάνοντας αυτό που ο ίδιος ονομάζει «μεταφορά των μεταφορών», γράφοντας σε μια γλώσσα που έχει τον αρχικό βαθμό δυσκολίας των καλών ελληνικών και επιστρατεύοντας, επικουρικά, παραδείγματα από τη λογοτεχνία, τη μουσική και τον κινηματογράφο.
Επιστρέφοντας στην παραπάνω γαμήλια περίσταση, στη (φρούδα;) ελπίδα σας να βρείτε ταίρι στη δεξίωση, έχετε πολύ λιγότερα στοιχεία στη διάθεσή σας και κινείστε σε καθεστώς πολύ μεγαλύτερης αβεβαιότητας από ό,τι στην επιλογή παπουτσιών για τη δεξίωση του γάμου.
Οσο άψογα και αν είναι τα παπούτσια σας, η πιθανότητα να μην εμφανιστεί ούτε ένα υποψήφιο ταίρι του ενδιαφέροντός σας στη δεξίωση είναι υψηλή. Το ίδιο, δυστυχώς, συμβαίνει με την πιθανότητα μη μακροημέρευσης του υποτιθέμενου γάμου των οικείων σας. Τα στοιχεία μιλούν για σχεδόν 50% πιθανότητες διαζυγίου.
Ο Κουτσιαράς ισχυρίζεται ότι αυτά συμβαίνουν επειδή (και) η αγορά του έρωτα λειτουργεί ατελώς και είναι επιρρεπής στην αποτυχία, ίσως μάλιστα περισσότερο από άλλες αγορές, παρατήρηση που αποτελεί την αφετηρία του διανοητικού εγχειρήματός του: βραχύβια πάθη, σχέσεις αταίριαστες, ετεροβαρείς, συχνά με περισσότερους των δύο αντισυμβαλλόμενους, χωρισμοί, αλλά και θαυμάσιοι άνθρωποι που επιζητούν να σχετιστούν χωρίς να βρίσκουν ταίρι, με λίγα λόγια ερωτικές συναλλαγές που κινούνται σε υποβέλτιστο επίπεδο.
Υπάρχουν βέβαια, κατά τον συγγραφέα, και οι ώριμοι εραστές. Πρόκειται για τους δρώντες με τη μεγαλύτερη ερωτική ευημερία, μια εκλεκτή μειοψηφία. Είναι αυτοί και αυτές που αποταμιεύουν ερωτικά, δεν εμπλέκονται σε περιττά κόστη και συνάπτουν «ώριμες» ερωτικές συμβάσεις.
Η πλειονότητα των δρώντων λειτουργούν, ωστόσο, υπό καθεστώς «ψεμάτων, φημών και αστοχιών» που αυξάνουν την αβεβαιότητα στο ερωτικό σύστημα. Στα συμπεριφοριστικά οικονομικά είναι, επίσης, γνωστή (και βραβευμένη με Νόμπελ) η αρχή ότι η σίγουρη απώλεια μιας υπάρχουσας σχέσης βαρύνει περισσότερο από την αβέβαιη απόκτηση μιας νέας ηδονής. Βλέπε και δύναμη της συνήθειας.
Ταυτόχρονα, παραμένοντας στις σχέσεις τους, οι εραστές συχνά εντρυφούν σε αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει «ευπρόσδεκτη εξαπάτηση», βασιζόμενοι σε υπερβολική αυτοπεποίθηση και ελλιπή πληροφόρηση, καταλήγοντας, όταν λυθεί η σύμβαση, στις τάξεις του εφεδρικού στρατού των απογοητευμένων εραστών. Για τους τελευταίους, ο Κουτσιαράς προτείνει, κλείνοντας, ένα ριζοσπαστικό ερωτικό ασφαλιστικό σύστημα με στόχο την ερωτική τους ευημερία, ένα δίχτυ ερωτικής ασφάλειας απέναντι στις ατέλειες της ερωτικής οικονομίας, γαμήλιας ή μη.
Ο συγγραφέας πιθανολογεί στο προοίμιο του βιβλίου του ότι η οικονομική προσέγγιση θα πλήξει τη μαγεία του έρωτα. Τελικά, αυτό που κάνει το συγκεκριμένο βιβλίο είναι να καταστήσει τον μεν έρωτα πιο ανθρώπινο τα δε οικονομικά πιο μαγικά.
