Οι Δύο επιστολές για τη ρηχότητα του κακού που ανταλλάσσουν το 1963 η Χάνα Αρεντ και ο Γκέρσομ Σόλεμ έχουν, θα έλεγε κανείς, ένα κρίσιμο φιλοσοφικό θέμα και ένα διάχυτο υπόβαθρο, το οποίο, αν και ίσως λιγότερο βαρυσήμαντο ονομαστικά, συγκροτεί τρόπον τινά τους όρους δυνατότητας του επίδικου ζητήματος.
Η «ρηχότητα» του κακού –όπως προσφυώς αποδίδει ο μεταφραστής των επιστολών Παναγιώτης Τσιαμούρας τη γνωστή banality of evil της Αρεντ– είναι ακριβώς η (εμπνευσμένη πιθανώς από τον Καρλ Γιάσπερς) θέση που βρίσκει σκανδαλιστική ο Σόλεμ στο βιβλίο της Αρεντ Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ, ιδίως μετά τις παλιότερες, οιονεί καντιανές αναπτύξεις της, στις Απαρχές του ολοκληρωτισμού (1951), για την ύπαρξη ενός «ριζικού κακού» στον κόσμο. «Σήμερα», γράφει η Αρεντ, «είμαι της άποψης πως το κακό δεν είναι ποτέ ριζικό, αλλά μονάχα ακραίο, και ότι δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση (…).
Η σκέψη προσπαθεί να φτάσει στις ρίζες, και από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει. Μόνο το καλό έχει βαθύτητα και μόνο το αγαθό μπορεί να είναι ριζικό» (σελ. 60-61). Δεν είναι τυχαίο ότι, στον ολικά διοικούμενο μεταπολεμικό κόσμο, το «κακό» αυτό απηχεί δυσοίωνα τη θριαμβευτική μεσοπολεμική διακήρυξη των αντιμεταφυσικά προσανατολισμένων λογικών θετικιστών του Κύκλου της Βιέννης, για την επιστήμη που «δεν έχει βάθη», αλλά «επιφάνεια παντού» – μια ρηχότητα της οποίας την εγκληματική διάσταση έφερε δραματικά στο προσκήνιο ο επιστημονικός σχεδιασμός και η γραφειοκρατική εκτέλεση του Ολοκαυτώματος από τους ναζί, με ιθύνοντες «ανθρωπάκια» σαν τον Αϊχμαν.
Σιωνιστής και κορυφαίος μελετητής του εβραϊκού μυστικισμού, ο Σόλεμ απορρίπτει αυτή τη θέση: για την καταστροφή του εβραϊκού λαού, υπαίτια δεν μπορεί παρά να υπήρξε μια σατανική, αν και εγκόσμια, «ολοκληρωτική» δύναμη, η δε Αχαβάτ Ισραέλ, η «αγάπη για τον εβραϊκό λαό» (σ. 26), θα επέβαλλε στην Αρεντ, σαν απλή «θυγατέρα του λαού μας» (σ. 27), να μην επιδοθεί σε τόσες επίμονες κατηγορίες εις βάρος των Εβραίων ηγετών για διοικητική και οργανωτική συνέργεια στην «Τελική Λύση».
Από αυτό το τελευταίο σημείο, τη δεύτερη πολυσυζητημένη θέση της Αρεντ στο Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ, μπορεί κανείς να ξεκινήσει για να συλλέξει το διάχυτο υπόβαθρο, όπως το είπαμε, της αντιπαράθεσης Σόλεμ-Αρεντ. «Οτι δεν μπορεί να υπάρξει πατριωτισμός δίχως έναν διαρκή αντίλογο και δίχως τη συνεχή κριτική είναι το δίχως άλλο μια άποψη που μας συνδέει», γράφει με αβρότητα η Αρεντ στον Σόλεμ (σελ. 48), τα πράγματα όμως είναι εμφανώς πιο περίπλοκα.
«Αλλαξα γνώμη και δεν κάνω λόγο πια για ριζικό κακό», παραδέχεται χωρίς δεύτερη σκέψη η Αρεντ (σελ. 60), και αυτό που αξιώνει για τη διανοητική της πορεία ισχύει και για τις συλλογικές της δεσμεύσεις: «δεν αγαπώ τους Εβραίους και δεν πιστεύω σ’ αυτούς, ανήκω απλώς στον λαό τους» (σελ. 47), γιατί, ατομικά ή συλλογικά μιλώντας, «δεν μπορώ να αγαπήσω τον εαυτό μου, αυτό που ξέρω ότι είναι ένα μέρος, ένα θραύσμα, του ίδιου του δικού μου προσώπου» (σελ. 46). Η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται σε μια αυτοκριτική πέρα από τον «διαρκή αντίλογο» και τη «συνεχή κριτική» προς έτερον, πέρα από μια ορισμένη φιλελεύθερη απαίτηση εντιμότητας, ακεραιότητας και επανόρθωσης αδικιών και σφαλμάτων, και βέβαια πέρα από κάθε υποχρέωση αυτοενοχοποίησης που γνωρίζουμε από τις χειρότερες στιγμές αυταρχικών κομμάτων και καθεστώτων. Το πόσο λίγο αυτονόητη και κεκτημένη είναι μια τέτοια αυτοκριτική φαίνεται από το απλό γεγονός ότι ένας διανοούμενος του μεγέθους του Σόλεμ αδυνατεί να τη δεχτεί: η στράτευση στον ατομικό και συλλογικό «εαυτό» αποκλείει κάθε εσωτερική απόσταση, κάθε ένταση στην ταυτότητα, με αποτέλεσμα η Αρεντ να βρίσκεται αναγκασμένη –φανερά χωρίς να το έχει προβλέψει– να τη διεκδικήσει σαν δικαίωμα.
Υπάρχει ωστόσο κι ένα συμπλήρωμα εδώ, μια προϋπόθεση της προϋπόθεσης, ας πούμε, η οποία ίσως εξηγεί συγχρόνως την ανεξάλειπτη έλξη που άσκησε και συνεχίζει να ασκεί η χειραφετητική σκέψη της Αρεντ σε τόσο ετερόκλητους αναγνώστες: «Εγώ», δηλώνει, «αγαπώ αποκλειστικά και μόνο τους φίλους μου, και η μοναδική αγάπη που γνωρίζω και στην οποία πιστεύω είναι η αγάπη για τα πρόσωπα» (σελ. 46).
Στο αγαθό βάθος των πραγμάτων, το δικαίωμα στην αυτοκριτική το παρακινεί μια ανεξέλεγκτη συλλογικότητα προσώπων που ενώνεται με μύχιους, άνευ κριτηρίων, «δικούς της» δεσμούς. Και ιδού, ενδεχομένως, μια αναπάντεχη υπενθύμιση του πώς και του γιατί το προσωπικό είναι, ή θα έπρεπε να ξαναγίνει, υπόγεια και διακριτικά, και φιλοσοφικό και πολιτικό.
