Θωμάς Κοροβίνης* Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρώτη συλλογή ποιημάτων της εκλεκτής εθνογράφου και μελετήτριας της μουσικής αποτελείται από τριάντα επτά τιτλοφορημένα ή άτιτλα ποιήματα, μικρής ή ελάχιστης έκτασης. Το μεγαλύτερο -και από τα καλύτερα- «Ερωτας είναι» πιάνει μία σελίδα και κάτι, τα περισσότερα, περίπου πέντε με δεκαπέντε σειρές, άλλα απ’ αυτά με πιο έκδηλη ποιητική φόρμα και άλλα περισσότερο πεζολογικού χαρακτήρα.

Αρκετά ποιήματα δεν είναι καθαρόαιμα σαπφικά, μερικά δε καθόλου, δεν ανήκουν στα τοπία όπου άνθησαν και δοκιμάστηκαν «Αι αγαπώσαι». Είναι ποιήματα με μετουσιωμένη σύλληψη ατόφιων κοινωνικών στιγμιότυπων που σχετίζονται με ανθρώπινα ναυάγια του σύγχρονου κόσμου, αποκαΐδια του πολέμου, απόνερα της ακούσιας μετανάστευσης, με βάρκες του παιδεμού, τουμπανιασμένους της ανωνυμίας και της παντοτινής λήθης, απόκληρους πολιτικούς εμιγκρέδες στους προσφυγομαχαλάδες της Αθήνας.

Ως έντονα και βαθιά πολιτικοποιημένο ον, η Μιράντα χτίζει κάποια κείμενα που υποβάλλονται από την αγανάκτηση και την εξέγερση του αισθήματος και της σκέψης της σε σχέση με όλα τα εξ Ανατολών απάνθρωπα φαινόμενα που μοιραζόμαστε ως εμπειρίες, με διάφορο βαθμό ψυχικής και πρακτικής συμμετοχής εδώ και χρόνια. Αυτά είναι και τα περισσότερο «πολιτικά», θα έλεγα, ποιήματα της συλλογής.

Στην προσωπική μυθολογία της ποιήτριας συνυπάρχουν Ωραίοι της παραφοράς και των θρύλων, η Ηγησώ, η Σαπφώ ξανά και ξανά, η σπηλιά του ομηρικού Φιλοκτήτη, ο Μωυσής μέσα στα γεννοφάσκια του πλάι στον Νείλο, ο Μπάιρον, ο κόσμος της Μονεμβασιάς, η τρέλα του Βιζυηνού, στιχάκια του Χριστιανόπουλου με τον σοφό τους πόνο.

Τα πιο αισθησιακά απ’ αυτά είναι διαποτισμένα από μια διεγερτική υγρασία και προτρέπουν σε μια ξεφαντωτική μέθη που ενυπάρχει όχι ως παραίνεση, αλλά ως αποτέλεσμα του ηδονικού κλίματος που δημιουργεί η εικονοποιία του ποιήματος. Οπως ένα βαθύτατα ανθρώπινο και εκρηκτικό άτιτλο (σ. 15) με την κατακλείδα του να περιέχει συμπυκνωμένη τη σημασία όλου του ποιήματος, που θα μπορούσε, βέβαια, να ’ναι και ο τίτλος του:

Στο τηλέφωνο τσιρίζεις

στα μηνύματα μετανιώνεις

στα γράμματα μου χαρίζεσαι.

Στις σιωπές σου με ξεκουφαίνεις.

Ραντεβού στα ρεμπετάδικα να τραγουδήσουμε ξένες απελπισίες.

Μεθυσμένες μας έπιασε τρυφερή βροχή, αναπάντεχη.

Χορέψαμε στη μέση του δρόμου αγκαλιασμένες.

Είναι τρελές αυτές οι λεσβίες.

«Ερωτας είναι το ερωτικό πάθος, καθόλου το μάθος». Στον έρωτα, λοιπόν, δεν ισχύει το κατά την παροιμία «ο παθός, μαθός». Οπως λέει ο μεγάλος λαϊκο-θρησκευτικός ποιητής της Ανατολίας Γιουνούς Εμρέ, «πώς γίνεται να έχω καεί τόσες φορές από την ίδια φωτιά και πάλι να πέφτω μέσα της με λαχτάρα;». Αλλά κι ο Βαμβακάρης, πολλά καμένος απ’ τον έρωτα κι εκείνος, το ίδιο πράμα αναρωτιέται στα «Απομνημονεύματά» του.

Αυτή η κοινή γνώση κάνει την ποιήτρια να αποδίδει τον προσωπικό της λογαριασμό μιλώντας και για τη ζοφερή πλευρά του έρωτα: της προδοσίας, του χωρισμού, της απάτης, της φαρμακωμένης συνέχειας μετά την απάρνηση. Είναι η ερωτική οιμωγή που διδαχτήκαμε ως λαός απ’ τα δημώδη άσματα, που πέρασε μετά και στο λαϊκό τραγούδι. «Μόνο τα άγια ρεμπέτικα το ήξεραν πάντα», ομολογεί.

Η Τερζοπούλου θύει στο σώμα, στον βωμό του γυναικείου σώματος, όπως θα έθυε και στο αντρικό, εννοώ μ’ ένα απόλυτο, λατρευτικό δυναμιτιστικό πάθος, με την αφοσίωση ενός ένθεου παθιασμένου, ενός κατά Λόρκα «aficionado», ενός δαιμονισμένου της ερωτικής κραιπάλης, χαρακτηριστικό των ερωτομανών και ερωτοπαθών που έχει οικουμενική ισχύ σε όλες τις αποχρώσεις της ερωτικής παλέτας.

Αυτό το «ερωτικό σάλεμα», όπου πια τον εαυτό σου δεν τον ορίζεις, όπως συγκλονιστικά το αποδίδει ο Στέφαν Τσβάιχ στο αριστούργημά του «Σύγχυσις φρενών», είναι το ίδιον της καθαυτό ιέρειας του αφροδισιασμού, της αλκοολικής του ηδονισμού που αναδεικνύει σε κάποια από τα ποιήματά της, και το οποίο προηγουμένως την έχει φέρει σε εσωτερικό παρανάλωμα. Ετσι, ως σφάγιο η ίδια, ως εκλεκτό κουρμπάνι της θεάς του Ερωτα, θυσιάζεται, θυσιάζει δηλαδή τα πάθη της, και θέτει επί του βωμού το σώμα της αλλά και το σώμα της άλλης, της γυναίκας που κάθε φορά μπαίνει στη θέση του δεύτερου μισού της, του alter ego της, ή του απολεσθέντος -ή μη εκπληρωθέντος- ονείρου.

Κατά τον ίδιο τρόπο ομνύει και προσεύχεται στα ένθεα πάθη του ρεμπέτικου τραγουδιού, πάθη ολωσδιόλου σωματικά, της ερωτικής οδύνης και του σπαραγμού της ψυχής – σωματικά, και γι’ αυτό ιερά. Σαν αρχέγονος ασίκης, στην ιδεώδη θηλυκή εκδοχή του θαυμαστού και καθηλωτικού πάθους, ρίχνει τη ζεμπεκιά της, μουσκεμένη ολόσωμα και ολόψυχα από μια απογειωτική μαστούρα, ένα λιβάνι εκστασιακό που τη θυμιατίζει από μέσα και έχει ποτίσει παντού το αίμα της, «δηλητήριο στη φλέβα είναι το δικό μου αίμα, και οχιά, και οχιά να με τσιμπήσει κι αυτή, καλέ μου, καλέ μου, θα ψοφήσει», όπως τραγούδησε μερακλωμένος ο Τσιτσάνης με τον μπαγλαμά του στο θεσπέσιο άσμα του.

Δεν ξέρω αν οι πυροπαθείς του έρωτα γεννιούνται ή φτιάχνονται καθ’ οδόν έτσι, ή και τα δύο μαζί. Ούτε πιστεύω πως οι υποτιθέμενοι πιο ειδικοί κατέχουν κάποια απάντηση σ’ αυτό.

Γιατί αν την κατείχαν, θα υπήρχε και η συνταγή. Αλλά τέτοια λογιώ θαύματα δεν γίνονται με συνταγές. Αυτό που μας μαθαίνει η πείρα μιας ζωής είναι ότι οι ατόφιοι ερωτικοί άνθρωποι είναι ξορκισμένοι, φέροντες το «αγγελικό και μαύρο φως» που τους ορίζει απόλυτα και τους κάνει μοιραίους. Μοιραίους σίγουρα για τον εαυτό τους, κάποτε και για κάποιους άλλους.

Μα σ’ έναν κόσμο γαλουχημένο με τις συμπλεγματικές φοβίες που μας έχει φορτώσει η νεοπροτεσταντική ηθική και η αντιερωτική ηθικολογία της διαστροφικής μετάλλαξης της χριστιανικής διδασκαλίας σε προτροπή για μια στερημένη από ερωτικές χαρές ζωή, με το σώμα απότιστο από ηδονές σαν γη στερημένη από βροχή, με τις σαρκικές επιθυμίες καταδικασμένες σε σιωπηλές ή κανονιστικές αλυσίδες εξοστρακισμών, η πλειονότητα ενός λαού με παγανιστικές καταβολές και ανθρωποκεντρικές ορθόδοξες παραδόσεις οδηγήθηκε σε μια συντηρητική αγωγή ερωτικής κατάψυξης με το σώμα ερωτικά ανδραποδισμένο. Χωρίς έρωτα; Μισή ζωή δηλαδή. Ή και καθόλου.

Δικαίως έγραψε ο Δημήτριος Καπετανάκης πως «ο ανέραστος δεν έχει καμιάν υπόσταση». Ο θρίαμβος του έρωτα ανήκει στους ερωτιδείς, ακόμη κι αν γίνουν στάχτη. Τότε, ακόμη περισσότερο. Οι άλλοι, ενώ το έργο παίζεται μπροστά τους, κλείνουν τα μάτια.

Η Μιράντα, ως θαλερή μελετήτρια και θιασώτρια τόσο του προχριστιανικού, «εθνικού», ελληνικού κόσμου όσο και της νεότερης λαϊκής λατρείας, έχει αποκομίσει μια ζηλευτή προίκα από τη βαθύχρονη σπουδή της.

Ωριμη δασκάλα πλέον σήμερα, αποτολμά, με όλη της την πείρα, να τοποθετήσει την αξία και το δικαίωμα του γυναικείου ερωτικού σώματος σε μια θέση ιερή και επαναστατική για να δικαιώσει την αυταξία της φυσικής ομορφιάς του και το αυτοδίκαιο των επιλογών του. Ρίχνει τις βόλτες της, ξεσηκωμένη από ένα ρωμαλέο ζεϊμπέκικο, με τον αγέρωχο καημό της αδιαπραγμάτευτης Σωτηρίας Μπέλλου, κι εμάς, θεατές κι ακροατές, να ανατριχιάζουμε γητεμένοι, έχοντας στο απέναντι τραπέζι την Αφροδίτη να βαράει παλαμάκια, παρέα με τη Σαπφώ να τη ζαχαρώνει και να ’ρχεται στα μεγάλα ντουζένια της.

* Συγγραφέας-τραγουδοποιός.