Παρότι γνωστός στην Ελλάδα, κυρίως από τη νουβέλα «Ο κλέφτης του στρατοπέδου» και το μυθιστόρημα «Το παλιό σχολείο», που κυκλοφόρησαν την προηγούμενη δεκαετία από τις εκδόσεις Πόλις, ο Τομπάιας Γουλφ είναι κατά βάση ένας σπουδαίος διηγηματογράφος.
Μαζί με τον Ρέιμοντ Κάρβερ, τον Ρίτσαρντ Φορντ και μια πλειάδα άλλων συγγραφέων, που στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα αναγνωρίστηκαν ως εκπρόσωποι του ρεύματος του «βρόμικου ρεαλισμού», θεωρείται ότι ανανέωσαν το αμερικανικό διήγημα πάνω σε μινιμαλιστική βάση, εξοβελίζοντας οποιοδήποτε στοιχείο επιτήδευσης από τη γραφή τους, αποφεύγοντας τη συστηματική χρήση επιρρηματικών προσδιορισμών, μεταφορών και παρομοιώσεων, και αναδεικνύοντας έτσι τη «μεταφορική» φύση της ίδιας της πραγματικότητας: την πολυεπίπεδη και αντιφατική υφή της.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση διέπει και τα κείμενα της ανθολογίας «Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα», που στην καλή μετάφραση των Τάσου Αναστασίου και Γιάννη Παλαβού ανθολογεί διηγήματα από διάφορες συλλογές του συγγραφέα. Μέσα από τα κείμενα αυτά, ο Γουλφ μιλάει για την αδυναμία μας να κατανοήσουμε τον εαυτό μας, για τη σχετικότητα της αλήθειας και για τα τεχνάσματα που μετερχόμαστε συγκαλύπτοντας τα τραύματα που προκαλούμε ή μας έχουν προκαλέσει.
Για ήρωές του διαλέγει ανθρώπους που κατά βάση αγνοούν ποιοι είναι, με αποτέλεσμα συχνά να αρνούνται να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μαζί με όσα η πραγματικότητα λέει γι’ αυτούς – ή άλλες φορές να εκπλήσσονται από τις ίδιες τους τις πράξεις και τα συναισθήματά τους, από τα σκοτεινά τους σημεία, που οι ιστορίες φωτίζουν.
Γι’ αυτό και σε τεχνικό επίπεδο, παρά το γεγονός ότι η αφήγηση είναι πάντοτε αυστηρά εστιασμένη και στενά δεμένη στην οπτική γωνία ενός ήρωα (ακόμα και όταν είναι τριτοπρόσωπη), διατηρεί κατά κάποιον τρόπο μια ιδιότυπη αντικειμενικότητα: ο αναγνώστης καταλήγει να ξέρει περισσότερα πράγματα από τον ήρωα, έστω κι αν αυτά δεν αφορούν βέβαια την πλοκή, αλλά ειρωνικά τον ίδιο τον ήρωα, τα κίνητρα και τις ηθικές του ποιότητες.
Ειδικά στα κείμενα που προέρχονται από τη συλλογή «Στον κήπο των Βορειοαμερικανών μαρτύρων», η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι και σε αυτό που είναι παρουσιάζεται τόσο μεγάλη, ώστε μοιάζει με αποτέλεσμα νάρκωσης – νάρκωσης που αφορά βεβαίως και ό,τι τους περιβάλλει, όπως στους «Κυνηγούς στο χιόνι», το εναρκτήριο διήγημα της ανθολογίας, όπου οι δύο φίλοι εξακολουθούν να πίνουν και να συζητούν σε ένα χαλαρό κλίμα που αγγίζει τα όρια του παραλόγου, καθώς μεταφέρουν με το φορτηγάκι τους τον τρίτο της παρέας, πιθανόν θανάσιμα τραυματισμένο.
Στο δεύτερο κείμενο του βιβλίου, αντίστοιχα, ένα πλέγμα μειονεξίας και ανασφαλειών οδηγούν τον καθηγητή Μπρουκ να δημιουργήσει ένα αφηγηματικό σχήμα για τον εαυτό του, ανθεκτικό στις διαψεύσεις των γεγονότων, ενώ ακόμα και εκεί όπου οι ήρωες έχουν επίγνωση της ανειλικρίνειάς τους, όπως στον «Ψεύτη», δεν μπορούν να αποφύγουν κάποιες ζώνες συσκότισης.
Στα επόμενα διηγήματα, το παραπάνω μοτίβο διατηρείται, εμπλουτιζόμενο όλο και πιο φανερά με μια διαλεκτική σκληρότητας-τρυφερότητας, που φαίνεται να απασχολεί τον συγγραφέα, ιδίως σε διηγήματα όπως «Η χαρά του πολεμιστή», ο «Λεβιάθαν», αλλά και το «Φρέσκο χιόνι» ή «Το δικό της σκυλί», καθώς και με το στοιχείο του μαύρου χιούμορ, που παίρνει εξέχουσα θέση σε κείμενα όπως οι «Θνητοί», όπου ένας συνταξιούχος εφοριακός στέλνει σε μια εφημερίδα την ίδια του τη νεκρολογία, ή τη «Σφαίρα στο κεφάλι», όπου οι επιθανάτιες σκέψεις του στρυφνού βιβλιοκριτικού Αντερς κατευθύνονται απροσδόκητα σε μια μακρινή εποχή κατά την οποία ήταν σε θέση να ζει στον κόσμο χωρίς να τον κρίνει.
Συνολικά, πρόκειται για μια αξιέπαινη εκδοτική προσπάθεια που φέρνει το ελληνικό κοινό σε επαφή με τις αρετές της διηγηματογραφίας του Γουλφ (που είναι εν μέρει διαφορετικές από τις αρετές του μυθιστοριογράφου Γουλφ, όπως συμβαίνει κατ’ εξοχήν και στην περίπτωση του Ρίτσαρντ Φορντ), ενώ ταυτόχρονα κάνει φανερή την ανάγκη να μεταφραστούν στο μέλλον ολόκληρες οι συλλογές του, καθώς και τα διάσημα αυτοβιογραφικά του βιβλία.
