Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κόρη δικαστικού, η Αμαλία Κωτσάκη, που σήμερα διδάσκει στην Αρχιτεκτονική Σχολή Χανίων, όπως εξηγεί προλογικά, κληρονόμησε από τον πατέρα της έναν «απέραντο σεβασμό στον θεσμό της Δικαιοσύνης». Με το βιβλίο αυτό, εξοφλεί ένα ανεκπλήρωτο χρέος απέναντί του. Εχει επιλέξει ως θέμα την τύχη του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών, διάρκειας ζωής 80 ετών, από την Απελευθέρωση ώς σήμερα, χωρίζοντας την ιστορία του σε τέσσερις περιόδους.

Η πρώτη, ώς το 1881, καθαρά προπαρασκευαστική, καταφέρνει να δώσει ένα πρώτο σχέδιο του Χρ. Χάνσεν. Η δεύτερη, ώς το 1910, περιλαμβάνει τη «φωτεινή» εμπλοκή του Χ. Τρικούπη στην πολιτική και αντιπροσωπεύεται από πληθώρα προτάσεων του Ε. Τσίλερ, αλλά και την εμφάνιση στη σκηνή του Α. Νικολούδη. Η τρίτη, ώς το 1932, κυριαρχείται από τη μορφή του Ελ. Βενιζέλου, και από την αντίστοιχη παρουσία του Α. Νικολούδη. Η τέταρτη και τελευταία, με τις απόπειρες του Κ. Καραμανλή το 1950-51, τελικά θα καταλήξει με την ευτυχή έκβαση του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού το 1968 και την ανέγερση επιτέλους του Μεγάρου από τη χούντα.

Το κλειδί του βιβλίου βρίσκεται στο «επίμετρο», έκτασης περίπου είκοσι σελίδων, όπου εντοπίζεται το ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς (η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα σε όραμα και ρεαλισμό), απαριθμούνται οι «μοχλοί προώθησης» για τη στέγαση της Δικαιοσύνης, το πώς οι σχετικές ιδεολογικές «ανάγκες» εκφράζονται σε διαγωνισμούς που προκηρύσσονται κατά διαστήματα και πώς το «οικόπεδο» του Μεγάρου συνεχώς αλλάζει θέση μέσα στην πόλη, παρακολουθώντας την πολεοδομική της εξέλιξη.

Ετσι, η Αμ. Κωτσάκη καταλήγει σε ένα φαινομενικό παράδοξο συμπέρασμα: η υπόθεση των Δικαστηρίων είναι «η διαρκής ματαίωση αλλά ταυτόχρονα και η διαρκής επιστροφή». Πιο χειροπιαστά, «το χρονικό της στέγασης [της Δικαιοσύνης] … ανέδειξε έναν πολύ ιδιάζοντα διάλογο ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την εξουσία και την πολιτική».

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η δημιουργία ενός τόσο σημαντικού -για τον συμβολισμό και τη λειτουργική του υπόσταση- στοιχείου της πρωτεύουσας κυριαρχείται από πολιτικές σκοπιμότητες και παλινωδίες. Το δίπολο «όραμα-ρεαλισμός» που χρησιμοποιεί η συγγραφέας ελάχιστα απηχεί τις αθλιότητες και τους ανταγωνισμούς που κάθε φορά ακύρωναν την οποιαδήποτε προσπάθεια γινόταν. Ούτε αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια η ειρωνική κατάληξη της ιστορίας, με το Μέγαρο, τον ναό της Δικαιοσύνης, να χτίζεται από τη χούντα κι όχι από κάποια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.

Στη δημόσια παρουσίαση του βιβλίου που έγινε πριν από λίγο καιρό στη Στοά του Βιβλίου, ακούστηκαν παράπονα από τους παριστάμενους υπηρέτες της Δικαιοσύνης ότι τα σημερινά Δικαστήρια στη λεωφόρο Αλεξάνδρας δεν «εκφράζουν» το περιεχόμενό τους, ότι θα μπορούσαν να εξυπηρετούν οποιονδήποτε άλλο σύγχρονο θεσμό. Υπονοώντας έτσι ότι πιο ταιριαστό θα ήταν ένα συγκρότημα καλή ώρα σαν κι εκείνα που κατέθεταν οι αρχιτέκτονες πριν από έναν αιώνα, με άφθονες κιονοστοιχίες κι αετώματα.

Δεν είχαν κατά βάθος άδικο: η μεγαλοπρέπεια της ελληνικής Δικαιοσύνης, η αδέκαστη παρουσία της, εγγυητής νομιμότητας και κύρους, στο κέντρο της πόλης, δεν άρμοζε να πάρει τη μορφή μοντέρνου κτιρίου γραφείων, πανομοιότυπου με εκείνα που χτίζονται πια σε όλο τον κόσμο. Δεν ήταν ο εκσυγχρονισμός (το τρικουπικό και βενιζελικό «όραμα») που κατά βάθος κυνηγούσαμε, αλλά ο εξευρωπαϊσμός με ελληνικό πρόσημο.

Η ανέγερση ενός καθώς πρέπει Δικαστικού Μεγάρου θα μας εξίσωνε αυτόματα με τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα στη βαλκανική τους μιζέρια. Αυτό ήταν το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμπαν οι πολύχρονες εκείνες προσπάθειες, που συνεχώς ακυρώνονταν από την αδήριτη πραγματικότητα.

Οταν πάντως χτίστηκε επιτέλους το Μέγαρο στη σημερινή του θέση, «κλείδωσε» με το γειτονικό, και μάλιστα σύγχρονό του, Μέγαρο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης, εκφράζοντας το «αίτημα της ασφάλειας … που αναφύεται τούτη την εποχή», σύμφωνα πάλι με την Κωτσάκη.

Η ελληνική Δικαιοσύνη αποκτούσε έτσι έναν πόλο ορατής τάξης και νομιμότητας μέσα στη χαοτική πλέον Αθήνα, πολύ πιο ισχυρό πομπό συμβολικών μηνυμάτων, παρά τα μαραμένα στοιχεία του νοσταλγικού κλασικισμού. Και μεταξύ μας, τα Δικαστήρια ήταν πιο κοντά, απ’ ό,τι φαινόταν, με την ελληνοπρέπεια της αμερικανικής πρεσβείας παρά με μια Ακρόπολη-καρτ ποστάλ.

Χαμένοι μέσα στους άγριους συντεχνιακούς καυγάδες και τις υψιπετείς ιδεολογικές ρητορείες, οι πολιτικοί αντάμα με τους «τεχνικούς» (αρχιτέκτονες και πολεοδόμους) κυνηγούσαν το άπιαστο, στραμμένοι τελικά προς τη λάθος κατεύθυνση.