Λίλυ Εξαρχοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Η σημερινή φιλοξενούμενη της στήλης μας, ώς ένα σημείο, αναποδογύρισε την πεπατημένη: σπουδές αρχαιολογίας και ελληνορωμαϊκής ιστορίας στην Αγγλία, αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας εδώ.

Η Λίλυ Εξαρχοπούλου, με βιβλία πεζογραφίας, ποίησης, μεταφράσεις και πλούσια κριτικογραφία, ανιχνεύοντας εδώ τις απαρχές της εμπλοκής της στην ανάγνωση ανακαλεί αυτοσχέδια στιχάκια και νηπιακά τραγούδια. Στην πορεία, διασχίζοντας ημεδαπές και αλλοδαπές βιβλιοθήκες, φτάνει από «Τα άγουρα χρόνια του Κρόνιν» στο «A Child in Time» του Ian MacEwan και από τον Σεντ-Εξιπερί στους Σέξπιρ, Πάουντ, Μπόρχες, Βαλτινό, Κουμανταρέα… και στην ποιητική γενιά του ’70. Η Εξαρχοπούλου με παιγνιώδη διάθεση, αλλά και συγκινητική ακρίβεια, σμιλεύει το πρόσωπο του αναγνώστη που αναπνέει πίσω από εκείνο του λογοτέχνη, του κριτικού λογοτεχνίας, του μεταφραστή

Επιμέλεια: Μισέλ Φάϊς

Δεν άρχισα να γράφω, άρχισα να τραγουδάω! Δικά μου στιχάκια στην ιδιόλεκτο των τριών ή τεσσάρων μου χρόνων. Πρώιμες ελεγείες για τους τσακωμούς των γονιών μου. Στο κρεβάτι, με τα πόδια στον τοίχο. «Μη λερώνεις τον τοίχο», έσκουζε η μαμά. Ημουνα μικρή για να γράφω, «μεγάλη» ώστε να με επιπλήττουν.

Πρώτα έμαθα να διαβάζω (τίτλους εφημερίδων) και μετά να γράφω. Εξάλλου ήμουνα ένα παιδί που από μικρό το είχαν μάθει να παπαγαλίζει: «Θα πάω σχολείο, δηλαδή, νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο και πανεπιστήμιο». Το τελευταίο το ψιλοσυλλάβιζα και καμιά φορά το ξέχναγα προς απογοήτευση του μπαμπά και του ακροατηρίου μας.

Στη μεγάλη από καρυδιά βιβλιοθήκη του δωματίου μου, πίσω από τις κλειδαμπαρωμένες συρταρωτές γυάλινες πόρτες, ήταν κάποια νομικά βιβλία και ολίγα κλασικά∙ βιβλία που θα διάβαζα «όταν μεγαλώσω». Με τον καιρό έμαθα ότι ο μπαμπάς αγαπούσε τον Ρουσό και τον Ζολά και η μαμά τον Σεντ-Εξιπερί και τον μικρό του πρίγκηπα (κατά προτίμηση γαλλιστί).

Στο τέλος της β’ Δημοτικού και του διαζυγίου, η θεία μού έκανε δώρο την «Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς», τα τριάντα αργύρια για τον αποχωρισμό από τον μπαμπά. Το μίσησα αυτό το βιβλίο κι έτσι έμαθα από παιδί ότι υπάρχουν και βιβλία που μπορείς να μισήσεις.

Μια φίλη της μαμάς μού έκανε σύντομα δώρο «Τα άγουρα χρόνια του Κρόνιν», βιβλίο που έμελλε να διαβάσω δεκαεπτά φορές, τόσο ταυτίστηκα με τον ήρωά του. Είχε καταρρακωθεί ο φουκαράς που η γιαγιά του, μια και δεν είχαν χρήματα, του έραψε παντελόνι από τις παλιές λουλουδάτες κουρτίνες και τα παιδιά, στο σχολείο, τον κορόιδευαν. Στο σπίτι της γιαγιάς και, λίγο αργότερα, στο νέο σπίτι της μαμάς δεν υπήρχαν βιβλιοθήκες.

Στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς που με ‘στελναν για κουμπιά, κόπιτσες και τα συναφή, ανακάλυψα τη «Βιβλιοθήκη της Αγκύρας», ένα πενηντάρικο ο χαρτόδετος τόμος. Ο μπαμπάς, ως χωρισμένος, με δωροδοκούσε με υψηλό για την ηλικία και την εποχή χαρτζιλίκι: πενήντα δραχμές την εβδομάδα που τη Δευτέρα τις κατέθετα στο ψιλικατζίδικο. Αποτέλεσμα: ζητιάνευα από τη μαμά το πενηνταράκι της τσίχλας.

Τα Νέα Ελληνικά ήταν το αγαπημένο μου μάθημα, μαζί βεβαίως με την Ιστορία. Εγραφα ευφάνταστες εκθέσεις, διηγήματα θα της έλεγα σήμερα, και εξακολουθούσα να σημειώνω στίχους. Εξαιρετικά αφελής στη β’ Γυμνασίου, που μια καθηγήτρια τόλμησε -καλή της ώρα- να μας κάνει Ρίτσο, αποφάσισα να σταματήσω (προσωρινά) να γράφω ποίηση γιατί αυτός (ο Ρίτσος) έγραφε ποίηση σαν κι εμένα αλλά ήταν καλύτερος από μένα!

Ο μπαμπάς απoχώρησε και μου είχε αφήσει κάποια χρυσά που ποτέ δεν με ενδιέφεραν. Η μαμά εξακολουθούσε τη σφικτή οικονομική πολιτική κι έτσι αναγκαζόμουν να πηγαίνω έφηβη στην Αιόλου και να ανταλλάσσω τα χρυσά με χρήματα=βιβλία. Την πρώτη φορά βγήκα από το υπόγειο της «Πρωτοπορίας» κουβαλώντας σακούλες με βιβλία και δίσκους, ίδια μαγιάτικος Αγιοβασίλης!

Στα «πανεπιστήμιά μου» εις τας Αγγλίας, παρότι σπούδαζα Αρχαία Ιστορία και Αρχαιολογία, ήρθα σε επαφή με τους Αγγλους και Αμερικανούς συγγραφείς που σιγά σιγά λάτρεψα. Τόσο έντονος μπορεί να είναι ο επηρεασμός από έναν συγγραφέα, που θυμάμαι ακόμη να βρίσκομαι κάποια στιγμή στο Νότιγχαμ και εξαιτίας του δυστοπικού μυθιστορήματος A Child in Time του Ian MacEwan, να κοιτώ στιγμιαία όσους έψαχναν στους σκουπιδοτενεκέδες μην τυχόν και φέρουν το σήμα του εξοστρακισμού. Οσο το σκέπτομαι χαμογελάω, όπως και τότε, και δοξάζω τη δύναμη της λογοτεχνίας.

Ενα καλοκαίρι μια γνωστή μου μαθηματικός με μύησε στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Συγκράτησα τα ονόματα Σωτηρίου, Δούκα, Τσίρκας, Βαλτινός, Κουμανταρέας κι έπεσα με τα μούτρα πάνω τους, ενώ σιγά σιγά μάθαινα και για την ποιητική γενιά του ’70. Η εντρύφηση στην ελληνική λογοτεχνία έγινε παράλληλα με σπουδές στην αγγλική και συνοδεύτηκε από βαθιά βουτιά στην ισπανόφωνη, πορτογαλική, γερμανική και γαλλική.

Το σπίτι μου και η αποθήκη μου είναι γεμάτα βιβλία. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι θα πέσουν να με πλακώσουν, δυσφορώ που δεν έχω ένα σπίτι όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Οι πιο πολλοί λένε ότι είμαι τυχερή που η δουλειά ή οι δουλειές που κάνω έχουν σχέση με το βιβλίο, αλλά εγώ κάποιες φορές αισθάνομαι εγκλωβισμένη σε χώρο εγκεφαλικό και πραγματικό. Δίνω όσα μπορώ, αλλά κρατάω πολύ περισσότερα, παραμυθιάζομαι με την ιδέα ότι κάποια στιγμή κάποιο θα μου χρειαστεί ή κάποιο θα θελήσω να χαϊδέψω, την ημέρα που θα ανακαλύψω και πάλι κάποιον συγγραφέα που να με ενθουσιάζει όπως έγινε στην πρώτη γνωριμία μου με τους Πορτογάλους ή την επαφή μου με τη Λίντια Ζορζ, που αναφώνησα (από μέσα μου): «Μα, υπάρχει σήμερα τόσο σημαντική γυναίκα συγγραφέας στην Ευρώπη και δεν την είχα πάρει χαμπάρι;»

Στο ερημονήσι της συλλογικής φαντασίας θα ήθελα κοντά μου την «Ορέστεια», το «Μακμπέθ», τον Καβάφη, τον Ρίτσο, το «Βουή και Αντάρα». Ο Cezar Vallejo, ως πρόσφατη σχετικά ανακάλυψή μου, θα ήταν στα δέκα. Μαζί με Τζον Μπέρτζερ αεί λατρευτό. «Οι διαμονισμένοι»; «Η φόνισσα»; Ο Ρεμπό; Ο Μπρεχτ; Ο Μπόρχες; Ο Πάουντ; Η Γουλφ; Η Πλαθ; «Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη»; Μα τι κάθεστε; Ελάτε να παίξουμε. Το παιχνίδι ονομάζεται name-dropping («πέταγμα» ή αναφορά ονομάτων ή έργων προς εντυπωσιασμό) και έχει παγκοσμιοποιηθεί!

Το τελευταίο εκδοτικό ίχνος της Λ. Εξαρχοπούλου εντοπίζεται στο Gino Leineweber (ed.), Wayfarers Stories Essays, Poems, Verlang Expeditionen, Hamburg, 2017.