Νίκος Μάντης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Υπαρξιακό θρίλερ, πολιτική αλληγορία, δυστοπική εικονογραφία, συλλογικός τρόμος από το μέλλον ή αρχέγονος ατομικός πανικός διαπερνούν, εν πολλοίς, την πρόζα του σημερινού φιλοξενούμενου της στήλης.

Εδώ, ο δυναμικός και πολύτροπος πεζογράφος ανακεφαλαιώνει μέρες και σελίδες, ημερολόγια εαυτού, γραφής και ανάγνωσης.

Από παλιοκαιρισμένες εγκυκλοπαίδειες έως το «Απόψεις ενός κλόουν» και από τον Σπάιντερμαν έως τη «Ναυτία», ο αναγνώστης Μάντης προετοιμάζει, συγκρούεται, συγκλίνει, υπονομεύει, σμιλεύει τον Μάντη συγγραφέα.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάϊς

Πότε ακριβώς ξεκίνησε η σχέση μου με το βιβλίο και το διάβασμα; Δύσκολο να πω. Σίγουρα πάντως είχα από νήπιο σχεδόν μια αυξημένη περιέργεια για τα περιεχόμενα των βιβλιοθηκών και των ραφιών που διέτρεχαν το πατρικό μου σπίτι.

Εν αρχή ήταν το ατελείωτο ξεφύλλισμα παλιών εκδόσεων προς άγρα εικόνων, σελίδων λεπτών, εύθραυστων, με μια ύποπτη μυρωδιά ανάμεσα στην κλεισούρα και την εγκυρότητα μιας καθαγιασμένης πολυκαιρίας.

Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη, αργότερα οι εικόνες από τόμους ιστορίας της τέχνης, αλλά και οι λιθογραφίες του Ντορέ από βιβλία του Ιουλίου Βερν και επίσης η σειρά των αδελφών Στεφανίδη με την ελληνική μυθολογία.

Πάρα πολλά κόμικς – με είχαν φοβηθεί οι απανταχού περιπτεράδες. Σούπερμαν και Σπάιντερμαν και Κλασσικά Εικονογραφημένα και Μάχη των Πλανητών και Αντιρίξ και Συμφωνίξ και Βαβούρα και Τρουένο και Πάττυ και Μπλεκ και Αγόρι και το πιο «ενήλικο» Κάμελοτ 3000…

Η πρώτη απόπειρα να διαβάσω ολόκληρα τα «Μυστικά του Βάλτου» υπονομεύεται από έλλειψη αναγνωστικού κουράγιου – ο αδελφός μου αντίθετα τα καταφέρνει, μνημονεύοντας το βιβλίο μέχρι και σήμερα («Ζλάταν, κακούργε…»).

Παράλληλα αναπτύσσω μια εντελώς αλλόκοτη εμμονή με τα λαϊκά «ρωμαϊκά» μυθιστορήματα, έπειτα από την οικογενειακή παρακολούθηση μιας επανέκδοσης του χολιγουντιανού «Quo Vadis» (Καλλιθέα, κινηματογράφος Αλεξάνδρα, περί το 1984 – στα τρέιλερ τολμηρές σκηνές απ’ το επερχόμενο «Flashdance» και η μητρική αποτροπή «μην τα κοιτάτε αυτά…»).

Διαβάζω το ομώνυμο μυθιστόρημα του (νομπελίστα!) Πολωνού Ερρίκου Σιένκεβιτς σε μια έκδοση φύλλο και φτερό της οικογενειακής βιβλιοθήκης και έπειτα, από τις παιδικές εκδόσεις Αγκυρας, τον «Μπεν Χουρ», τον «Χιτώνα», τον «Μεγάλο Ψαρά» και άλλα παρόμοια, τα οποία εμπνέουν τα πρώτα μου υπερφίαλα αφηγήματα.

Σε διάστημα ενός έτους συγγράφω τουλάχιστον έξι εκδοχές ενός ρωμαϊκού έπους άνω των εκατό σελίδων (γραμμένο με μολύβι σε μπλε τετράδια μάρκας «Διεθνές») με τον εντελώς πρωτότυπο τίτλο «Caput Mundi» και αναπόφευκτη κατάληξη τα σκουπίδια (τότε δεν υπήρχε ακόμα ανακύκλωση).

Στην εφηβεία εγκαταλείπω το παιδικό μου όνειρο για μια πορεία στη ζωγραφική αντάξια τουλάχιστον των δασκάλων της Αναγέννησης και πέφτω με τα μούτρα στο κυνήγι των σχολικών βαθμών.

Στην ανάπαυλα διαβάζω λίγο και αλλοπρόσαλλα: τη δίτομη έκδοση των «Αθλίων» (Δημητράκος 1953, μετ. Μανώλη Σκουλούδη, με τις φοβερές εικόνες του χαλκογράφου Ζανιό, που με στοιχειώνουν ακόμα) διαβασμένη με διακοπές και ανάκατα, μπεστ σέλερ παρατημένα της μάνας μου («Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας», «Βόρειοι και Νότιοι») και αρκετό Σέξπιρ σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα, σε παλιά, χαρτόδετα φυλλάδια (Γκοβόστης;).

Διαβάζοντας Σέξπιρ, νιώθω για πρώτη φορά ότι η τέχνη του λόγου μπορεί να φτάσει και να υπερβεί την τέχνη των εικόνων.

Η ευφροσύνη που μου προκαλούν οι στίχοι της μετάφρασης Ρώτα είναι τόση που ίσως δεν έχω ξανανιώσει από τότε.

Μεγαλώνω. Διαβάζω αρκετό Καζαντζάκη και πεζογράφους της γενιάς του ’30 (Καραγάτση, Μυριβήλη, Βενέζη, Τερζάκη -την καταπληκτική, εικονογραφημένη έκδοση της «Πριγκιπέσσας Ιζαμπώς» της Εστίας).

Το «Ονομα του ρόδου», βιβλίο της μόδας τότε, κατόπιν προτροπής της εμπνευσμένης φιλολόγου μου Μαρίας Δανιήλ. Η αξία του υπερβαίνει τη μόδα και θέτει ανυπέρβλητα εμπόδια στον δεκαπεντάχρονο εαυτό μου.

Το καλοκαίρι των πανελληνίων (έχοντας αποτύχει να εισαχθώ στη Νομική με την πρώτη) αποφασίζω ότι «η χρονιά της Εκθεσης» (το μάθημα που χρωστούσα) θα αφιερωθεί στην αναγνωστική και γενικότερη αισθητική μου συγκρότηση.

Καταβροχθίζω το «1984», δανεισμένο από τον παιδικό μου φίλο Βασίλη (ένα παιδί ψαγμένο πέρα απ’ τα χρόνια του, που δεν ζει πια).

Αργότερα, τις «Απόψεις ενός κλόουν», έπειτα από πρόταση της άλλης «καθοριστικής» φιλολόγου μου, της Ασπασίας Δεμερούκη, και κάπου εκεί συνειδητοποιώ ότι πρέπει να αρχίσω τα πάρε-δώσε με τα βιβλιοπωλεία σε τακτική βάση.

Τσαλαβουτάω στην «Ερμηνευτική των ονείρων» του Φρόιντ. Περνάω σε κλασικούς, ήτοι τα «σιγουράκια» Ντοστογιέφσκι, Σταντάλ, Φλομπέρ, αλλά και Βιζυηνό και Παπαδιαμάντη.

Συνεχίζω με τη «Ναυτία» του Σαρτρ, τα «Ανθη του Κακού» του Μποντλέρ, τη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ (της οποίας η ανάγνωση από αρχής μέχρι τέλους θα μου πάρει χρόνια) και τα «Αδριανού απομνημονεύματα» της Γιουρσενάρ, το τελευταίο μετά από προτροπή του καθηγητή δημοσίου δικαίου Παντελή – έχω περάσει πια στη Νομική, και συνεχίζω να ταλαιπωρώ και να ταλαιπωρούμαι.

Ωστόσο μέσα μου έχει αποκρυσταλλωθεί πια η ανάγκη να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη γραφή. Θα περάσουν πάνω από δέκα χρόνια πριν το αποτολμήσω.

Τελευταίο βιβλίο του Ν. Μάντη είναι το μυθιστόρημα «Οι τυφλοί» (Καστανιώτης, 2017)