«Επιασα να γράψω δυο πράγματα για τους παλαιστές, γιατί η ζωή τους είναι ένα έτοιμο ρομάντσο – μια λαϊκή φυλλάδα. Οι λογοτέχνες γίνονται πληκτικοί όταν δεν έχουν θέματα να αφηγηθούν. Και δυστυχώς η γενιά μου (δηλαδή η γενιά της πλαδαρής δημοκρατίας) θα βρει τον εαυτό της μόνο όταν επιτέλους απεκδυθεί την αβάσταχτη ψευτιά της», εξομολογείται στο Επιμύθιο του βιβλίου του Παλαιστές ο Δημήτρης Καρακίτσος.
Πρόκειται για μια ιδιότυπη βιογραφία του γνωστού παλαιστή Αποστόλη Γκούμα ή Αποστολάρα, από τα Κιούρκα. Παραλλήλως ο συγγραφέας αναφέρεται στον τρόπο ζωής, τις περιοδείες και τις συνήθειες και άλλων «αγωνιστών της παλαίστρας», από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι, κυρίως, το πρώτο μισό του εικοστού.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα που έχει κάνει με μεράκι ο Καρακίτσος για να συγκεντρώσει και να ταξινομήσει το υλικό του, ενώ ντύνει με λογοτεχνικό τρόπο την αφήγηση. Η πραγματική ζωή ξεπερνά τη φαντασία και υπερβαίνει την επινόηση.
Καλύτερα θα λέγαμε ότι το γεγονός μπολιάζεται με εξισορροπητική φαντασία∙ εξάλλου το «παραμύθιασμα» ανήκε στα «εκ των ων ουκ άνευ» των παλαιστικών συνθηκών. Εμφανή τα ευτυχή αποτελέσματα που γεννούν οι εμμονές ή οι μονομανίες.
Ο συγγραφέας ταξινομεί τους παλαιστές κατά εποχές, τους κατηγοριοποιεί ανάλογα με την αξία, τα χούγια ή τις επιδόσεις τους και δίνει κάποια κοινά τους χαρακτηριστικά και άλλες ιδιαιτερότητες.
Ετσι διαβάζουμε ότι «οι παλαιστές του Μεσοπολέμου ήταν άνθρωποι αγράμματοι, αλλά εφευρετικοί», ότι «διασκέδαζαν τον κοσμάκη με κομπορρημοσύνες και φαιδρά θεάματα» και ξαναθυμόμαστε ότι είχαν υπερφυσικές δυνάμεις και δυνατότητες: Οταν ο Σπανός από το Πικέρμι βρέθηκε στην Αμφισσα, «Το ροχαλητό του κόντεψε να γκρεμίσει το χάνι»∙ «ο Βεληγκέκας είχε μάγκικο βάδισμα και ήταν γεροδεμένος σαν βόδι. Στηνόταν στον Αγιο Διονύσιο με ένα κομπολόγι τρεις πήχες».
Περιστασιακά η πάλη συνδεόταν με τον τραμπουκισμό. Πολλοί παλαιστές είχαν κράχτες ή ντελάληδες. Το στεντόρειο κάλεσμά τους για να μαζέψουν κόσμο συχνά διανθιζόταν από λαϊκό χιούμορ: «Απόψε ο γενναίος Αποστολάρας, ο παλαιστής που λυγίζει σίδερα και δαμάζει κεραυνούς, θα δώσει την παράστασή του στην πλατεία, μπροστά στο καφενείο του χονδρού.
Οι ευαίσθητοι να απουσιάζουν», διαλαλεί ο Θεμιστοκλάρας, ο κράχτης του παλαιστή. Υπήρχαν κώδικες συμπεριφοράς, προϋποθέσεις, για να πάρεις μέρος σε έναν αγώνα. Προσπάθεια να μπουν διαιτητές δεν ευδοκίμησε, γιατί «οι διαιτητές καταντούσαν σκιές πίσω από τις εντυπωσιακές φιγούρες των παλαιστών».
Το συγκεκριμένο θέαμα βρισκόταν σε ανταγωνιστική σχέση με το άλλο λαϊκό θέαμα του Καραγκιόζη. Ακόμη ένα αξιοπρόσεκτο σημείο, η ονοματολογία των παλαιστών: Σαμουήλ ο Εβραίος, Μεχμέτης ο Ατρόμητος, Κεραυνός, Νώντας ο Αμάραντος, Βεληγκέκας ο Σαμιώτης.
Μόλις, με την πάροδο του χρόνου, εξασθενούσε η δύναμή τους, οι παλαιστές περνούσαν στην εφεδρεία και έκαναν διάφορες δουλειές. Ο Αποστολάρας, για παράδειγμα, αφού πρώτα άνοιξε καφενείο στα Κιούρκα, μετά κουτσοδούλευε στις οικοδομές, για λίγο έγινε γιδάρης στο χωριό του και, τέλος, πήρε σύνταξη ως εργάτης στα μπισκότα Σεράλ.
«Ο Αντώναρος, ο γίγας από τα Σπάτα, καλλιεργεί πατάτες στις Λιβανάτες». Ο στεατόπυγος κοντοστούπης Αρμένης ο Κεφαλλονίτης, που κακομεταχειριζόταν και σήκωνε στους ώμους τον γάιδαρό του Φώτη, στράφηκε σε αγροτικές εργασίες∙ ο Ιμάμ Φακές έγινε γκαρσόνι σε λαϊκό κέντρο και ο Νώντας ο Αμάραντος άνοιξε καφεκοπτείο στο Θησείο.
Εζησα τους παλαιστές στο ξεθύμασμα, στην παρακμή τους. Θυμάμαι τον Τζίμη τον Τίγρη να γυρίζει στις ταβέρνες (Μοναστηράκι, Θησείο, Πετράλωνα) με μια φυσαρμόνικα και να μαζεύει φραγκοδίφραγκα, ή τον Καρπόζηλο και τον Τόφαλο ως στερεοτυπικές φράσεις: «έγινες Τόφαλος», για τον χοντρό, ή «Ποιος είσαι, ο Καρπόζηλος;» για τον δήθεν νταή. Δεν ανήκω στους αθλητικούς τύπους και απεχθάνομαι οτιδήποτε περιέχει κάποια μορφή βίας.
Και η πάλη ανήκει, με τους δικούς της νόμους, σε αυτήν την κατηγορία. Ενώ λοιπόν ξεκίνησα το βιβλίο με πολλές επιφυλάξεις, κλείνοντάς το είχα αγαπήσει το συμπαθές αυτό λαϊκό άθλημα, το περιφρονημένο επάγγελμα των παλαιστών, και κατάλαβα τον κοινωνικό του ρόλο.
«Οι παλαιστές δουλεύουν διά την ψυχαγωγία του απλού λαού […] παίζουν για τη φτωχολογιά της πατρίδος», γράφει ο Αποστολάρας στην αγαπημένη του άσημη ποιήτρια Λώρα – πραγματική ή επινοημένη, δεν έχει σημασία.
Και ο ίδιος ο Καρακίτσος, που συντάσσεται με όσους πιστεύουν ότι «η πραγματικά μεγάλη ιστορία είναι η μικροϊστορία», δηλώνει ότι οι περιπλανώμενοι παλαιστές «καθιστούν τη ζωή τους μια αντεστραμμένη, ψεύτικη και φτωχική Ιλιάδα του Μεσοπολέμου».
