Από τις πρώτες κιόλας σελίδες της αυτοβιογραφίας του Εντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) διαπιστώνει κανείς, με μια έκπληξη που δεν αργεί να γίνει έως και αναγνωστική αμηχανία, ότι αυτός ο ιδεοτυπικός δημόσιος διανοούμενος, αναμφίβολα ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς στοχαστές του περασμένου αιώνα, έχει επιλέξει εδώ να είναι αυστηρά ιδιωτικός.
Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με άλλα προσφάτως δημοσιευμένα απομνημονεύματα ζωντανών ή νεκρών στοχαστών (σκέφτομαι τον Πολ Βεν ή τον Τόνι Τζαντ, και μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο αυτοί είναι ή υπήρξαν ιστορικοί στο επάγγελμα, όχι κριτικοί λογοτεχνίας όπως ο Σαΐντ), η εργασία της μνήμης δεν φωτίζει επιτελεστικά το παρελθόν με την αποκτημένη γνώση και την εμπειρία του παρόντος, κι έτσι δεν συμπεριλαμβάνει στην εκτέλεσή της ιστορικές αποτιμήσεις ή πολιτικές παρεμβάσεις – με δυο λόγια, τη ζωή του αυτοβιογραφούμενου διανοούμενου την ώρα που γράφει.
Στο Ζωή εκτός τόπου (που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, σε ρέουσα και ταιριαστά «ευπρεπή» μετάφραση της Ελένης Λούση), ο Σαΐντ καταπιάνεται να αναδείξει τον «Εντουαρντ» (και μετέπειτα, στην Αμερική, «Εντ») των παιδικών, εφηβικών και πρώιμων νεανικών του χρόνων, με ακρίβεια και ειλικρίνεια, σαν χαρακτήρα αστικού «μυθιστορήματος μαθητείας».
Ταυτόχρονα, επωφελείται του «προνομίου του όψιμου ύφους» (όπως έγραφε, παράλληλα με την αυτοβιογραφία του, σε ένα γοητευτικό βιβλίο που έμελλε να μείνει ημιτελές και να κυκλοφορήσει μετά τον θάνατό του με τον τίτλο On Late Style) και επιδεικνύει μια «ώριμη υποκειμενικότητα, γυμνωμένη από ύβρη και οίηση, χωρίς ντροπή ούτε για τη σφαλερότητά της ούτε για την ταπεινή σιγουριά που έχει αποκτήσει ως αποτέλεσμα της ηλικίας και της εξορίας».
Αυτή η τελευταία θεματική της εξορίας, της ανέκαθεν απολεσθείσας πατρίδας, της κατακερματισμένης ταυτότητας (ενός μεγαλοαστού Αραβα με αμερικανική υπηκοότητα, παλαιστινιακή και λιβανέζικη καταγωγή, αγγλική-βικτοριανή αγωγή στην Αίγυπτο και λαμπρές σπουδές στην Αμερική, στο Πρίνστον και το Χάρβαρντ), επανέρχεται σταθερά στην αυτοβιογραφία του Σαΐντ, αν και αρκούντως παραπλανητικά.
Εντονα αναδίδεται η αίσθηση ότι η ζωή του «Εντουαρντ/Εντ», περισσότερο από «εκτός τόπου», υπήρξε ασφυκτικά εντός χρόνου, μέχρι και την εποχή της συγγραφής του βιβλίου, η οποία συμπίπτει με τα χρόνια της άνισης μάχης του Σαΐντ με τη λευχαιμία, όταν δεν λιγοστεύει τόσο ο χρόνος γενικά, όσο ειδικά ο χρόνος της δραστηριότητας (εν μέσω των απανωτών κρίσεων της ασθένειας και των θεραπειών).
Ο Σαΐντ αποστρέφεται τον ύπνο, τηρεί εφ’ όρου ζωής μια εργάσιμη ημέρα που αρχίζει το ξημέρωμα και τελειώνει αργά το βράδυ, δεν ανέχεται καμία «μείωση της επίγνωσης». Αυτή τη χρονικότητα -αστικό ίδιον, θα έλεγε κανείς- την αφομοίωσε από μικρό παιδί ο «Εντουαρντ/Εντ» και την έκανε αληθινή του πατρίδα, επιβάλλοντας στον εαυτό του την ανεστιότητα που χαρακτηρίζει όχι μόνο τον μοντέρνο διανοούμενο, αλλά ευρύτερα τις άρχουσες τάξεις που αξίζουν να λέγονται τέτοιες στους καπιταλιστικούς νέους χρόνους.
Η «ώριμη υποκειμενικότητα» που εκφράζεται σε τούτη την αυτοβιογραφία συνίσταται ακριβώς σε αυτό: ο Σαΐντ παρουσιάζει τον παρελθόντα εαυτό του σαν άλλον, τον περιγράφει, με ενοχλητική εντιμότητα, σαν τυπικό μαθητευόμενο μεγαλοαστό, με όλα τα συμπλέγματα της τάξης του και της γενιάς του, με όλη την απολίτικη αδιαφορία που ταιριάζει στην καλή κοινωνία του πολύβουου προ-νασερικού Καΐρου, στην οποία η οικογένειά του είχε εξέχουσα θέση, όσο και στα μεγάλα πανεπιστήμια της αμερικανικής ανατολικής ακτής κατά την κομφορμιστική δεκαετία του 1950.
Ο αυταρχικός πατέρας, ικανότατος επιχειρηματίας και ψυχρός οικογενειάρχης, και η αμφίθυμη μητέρα, μονίμως μετέωρη ανάμεσα στους ρόλους της κατηγορούσας αρχής και της αθάνατης αγαπημένης, πρωταγωνιστούν αναμενόμενα σε αυτή την αφήγηση μαθητείας, μέχρι σημείου να σκιάζουν δυσοίωνα καθετί άλλο – ακόμα και ένα θανατηφόρο τροχαίο στο οποίο ενεπλάκη ο εικοσιτριάχρονος Εντ κατά τη διάρκεια διακοπών στην Ελβετία (και το οποίο γίνεται εδώ απλή αφορμή για ένα τελευταίο σχόλιο για τη μητέρα), ακόμα και τον ταλαίπωρο υπηρέτη που φορτώνεται κυριολεκτικά στην πλάτη πάνω από εκατό κιλά ψώνια σε μια εξόρμηση του Εντουαρντ με τον πατέρα του στην αγορά (αλλά που εμφανίζεται στο αφηγηματικό προσκήνιο σαν απλός κομπάρσος σε μία από τις πολλές «σκηνές με τον πατέρα»).
Σε δεύτερο πλάνο, αλλά στο ίδιο πνεύμα, η παλαιστινιακή εξορία του 1948 παρουσιάζεται σαν ευκαιρία σκιαγράφησης του πορτρέτου της καλοκάγαθης θείας που φροντίζει ανιδιοτελώς πρόσφυγες, ο δε χριστιανικός φονταμενταλισμός των εκτός Παλαιστίνης ανώτερων παλαιστινιακών τάξεων, αν και στηλιτεύεται δεόντως, δεν αναιρεί καθόλου τα τρυφερά αισθήματα του συγγραφέα για τους φορείς του – αγαπημένα πρόσωπα της νιότης του ή απλές οικογενειακές γνωριμίες που άφησαν όμως τα σημάδια τους στον εύπλαστο «Εντουαρντ/Εντ».
Ολα αυτά (καθώς και άλλα γνώριμα μοτίβα, με χαρακτηριστικότερο την παρατεταμένη παρθενία και μια ορισμένη σωματική ματαίωση που μετουσιώνονται σε ροπή προς την καλλιέργεια, την κλασική μουσική και την αφηρημένη σκέψη), ας το επαναλάβω, δεν θα τα μαθαίναμε για τον «Εντουαρντ/Εντ» αν δεν μας τα έλεγε ο Σαΐντ μετά τα εξήντα του.
Η ακατάβλητη ειρωνεία του όψιμου ύφους ενός μεγάλου κριτικού βρίσκει τελικά το ιδανικό αντικείμενό της στον ίδιο τον εαυτό, τον οποίο αποδομεί μπροστά στα μάτια του εμβρόντητου αναγνώστη, καλώντας τον τελευταίο να γίνει κριτικός ο ίδιος, ειδάλλως να σταματήσει το δυσάρεστο έργο της ανάγνωσης. Και κάπως έτσι ο δημόσιος διανοούμενος παραμένει ακραιφνώς τέτοιος, μέσα στην πιο μύχια ιδιωτικότητά του.
