Δεν ξέρω αν τα μάθατε για τα ζόμπι. Ναι, όπως το ακούτε, γέμισε η Αθήνα από αυτά. Κάποιοι λένε κοίτα τη δουλειά σου, αν δεν τα πειράξεις δεν θα σε πειράξουν, τι πρόβλημα έχεις; εμένα μου φέρονται με τον καλύτερο τρόπο. Και ναι δεκτό, τα ζόμπι δεν είναι ούτε τόσο αντιπαθητικά ούτε τόσο καταστροφικά όσο οι τουρίστες, αλλά όπως και να έχει δεν είναι και η καλύτερη παρέα. Κατ’ αρχάς δεν μπορείς να σταυρώσεις κουβέντα. Τα ζόμπι χρησιμοποιούν αποκλειστικά φωνήεντα, τα οποία εκστομίζουν μάλιστα απειλητικά (περίπου σαν τράπερ). Κατά δεύτερον, δεν έχουν καθόλου τρόπους. Περνούν με κόκκινο, ρεύονται ασυστόλως και, το χειρότερο, δεν έχουν περάσει διαφωτισμό. Α ναι, τρώνε και μυαλά, αλλά αυτό κάπως χωνεύεται (μεταφορικά· κυριολεκτικά, δεν είμαι σίγουρος). Οπως και να ’χει εγώ θέλω να το πω: Δεν έχω εγώ πρόβλημα με τα ζόμπι, έχω και φίλους ζόμπι, αλλά ό,τι είναι να φάνε καλό θα είναι να το τρώνε στην κουζίνα τους. Είναι αλήθεια πως κάποιες φορές προκαλούν. Κατά τα άλλα είμαι από τους πρώτους που θα παραδέχονταν πως ναι, πολλά πράγματα βελτιώθηκαν. Σας κάνει εντύπωση; Να σας το εξηγήσω.
Ξέρετε, αυτά που σκέφτεστε για τα ζόμπι είναι κυρίως αυτά που έχετε δει στις ταινίες. Αμερικανιές δηλαδή, συνταγές για να προκύπτει το σασπένς. Τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Οσα βλέπετε στις ταινίες είναι ενδεικτικά όχι για τα ζόμπι, αλλά για τους λαούς στους οποίους επιτίθενται. Η Ελλάδα είναι μια χώρα με παρελθόν, με ένδοξο παρελθόν θα έλεγα, και η επιστροφή των νεκρών δεν είναι απλό πράγμα. Μια μέρα –δεν αστειεύομαι– είδα ένα ζόμπι με φουστανέλα. Να περιφέρεται εκεί σαν όλα να είναι φυσιολογικά, αναζητώντας ευγενέστατα –ηρωικά θα έλεγε κάποιος– το καθημερινό κολατσιό του. Ενας φίλος, μάλιστα, μου είπε πως είδε μερικά ζόμπι με χλαμύδες να περιφέρονται έξω από τον Κεραμεικό (το αρχαίο νεκροταφείο, όχι τη στάση του μετρό). Θέλω να πω εδώ, οι νεκροί ριζώνουνε. Και τι άλλο είναι μια χώρα παρά το άθροισμα των νεκρών της; Οι ζωντανοί; Αυτοί όσα είχανε να πούνε τα είπαν. Οι νεκροί είναι αυτοί που φέρνουν το καινούργιο.
Σκεφτείτε το λίγο. Οταν κάποιος βλέπει ένα ζόμπι, βλέπει ένα τέρας. Ενώ εμείς βλέπουμε έναν πρόγονο. Εναν μαραθωνομάχο, έναν μακεδονομάχο ή έστω έναν ξωμάχο. Δεν είναι το ίδιο. Εννοώ πως βεβαίως και αυτός θέλει να μας φάει το μυαλό, αλλά είναι διαφορετικό. Αν σκεφτούμε πως το ζόμπι αυτό κάποτε αντίκριζε τον ίδιο ορίζοντα που αντικρίζουμε κι εμείς τώρα, μιλούσε ελληνικά και έλεγε «θάλασσα» (ακριβώς όπως κι εμείς τώρα). Ε, δεν είναι το ίδιο…
Και τέλος πάντων, αν είναι κάποιος να μου φάει το μυαλό, αυτός ας είναι τουλάχιστον ο Σωκράτης ή έστω ο Αλκιβιάδης, όχι κάθε τυχαίος Bob ή Rob που επέστρεψε από το πολιτιστικό αδιέξοδο μέσα στο οποίο πέθανε χωρίς ταυτότητα (το αμερικανάκι!) και γύρισε τώρα για να φάει μυαλά. Οι δικοί μας νεκροί είναι άρχοντες, κύριοι, δεν είναι παίξε γέλασε.
Θυμάμαι μια φορά, πριν από όλα αυτά, που είχα πάει στον επιτάφιο. Τι κατάνυξη, τι ομορφιά, τι πνευματικότητα. Ε, να κάπως έτσι νιώθω και τώρα. Είναι σαν να κολυμπάς μέσα σε μια νεκρή γλώσσα. Και ποια νεκρή γλώσσα είναι πιο ζωντανή από τα ελληνικά;
Καταλαβαίνω ίσως τη δυσθυμία σας. Τα ζόμπι έχουν άλλωστε φάει τον μισό πληθυσμό. Αλλά ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα γιατί γίνονται όλα αυτά; Ποια βούληση κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Κάποιες φορές σκέφτομαι πως ίσως να είναι ένα σχέδιο. Ισως να είναι ένας τρόπος να αντικρίζουμε το παρελθόν μας ως μέλλον. Και εμείς οι Ελληνες είμαστε τυχεροί γιατί ξέροντας πως έχουμε τόσο μακρινό παρελθόν δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε πως έχουμε και μπροστά μας το πιο λαμπρό μέλλον. Είναι η δική μας Νεκρή Θάλασσα. Η ελληνική μας φύση, μια νεκρή φύση έτοιμη να ανθίσει.
(συνεχίζεται…)
