ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια εικόνα που έρχεται από μακριά στον χώρο: Κάπου στον Ειρηνικό ωκεανό, κάπου στα νησιά Φίτζι. Η στάθμη του νερού εκεί ανεβαίνει. Η κλιματική αλλαγή χτυπά τα νησιά του ωκεανού πρώτα. Πιο απότομα και συχνότερα ακαριαία από οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη. Και ο χρόνος τρώει το έδαφος. Το παραχωρεί στη θάλασσα. Και τα νησιά αργά αλλά σταθερά χάνονται.

Το παραθαλάσσιο χωριό Togoru. Οι παλιοί θυμούνται τη θάλασσα να απέχει αρκετά από τα σπίτια τους. Τώρα τρώει τις ρίζες και σκοτώνει τα δέντρα που έριχναν τη σκιά πάνω στις στέγες τους. Τα νερά χτυπούν τους τοίχους και τις πόρτες τους. Το νεκροταφείο του χωριού βρίσκεται πια ολόκληρο κάτω από τη θάλασσα. Κτήμα του αλατιού και των κυμάτων.

Τα πρώτα βήματά σου από την παραλία στο νερό συναντούν τάφους, μνήματα, αφιερώματα σε αυτούς που έφυγαν. Απολύτως ορατά από την επιφάνεια, μπλέκουν το πένθος με την υδάτινη υφή της πραγματικότητας. Μισά πνιγμός και μισά ταξίδι.

Στα σχετικά ρεπορτάζ που μπορείς να παρακολουθήσεις βλέπεις παιδιά του χωριού να κολυμπούν και να παίζουν χαρούμενα. Κάνουν βουτιές, προχωρούν στον βυθό και βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια. Κολυμπούν όλα μαζί σε ομάδες χαμογελαστά, παίζουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που τα παιδιά παίζουν σε κάθε θάλασσα. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά κολυμπούν πάνω από τους τάφους των προγόνων τους.

Με μια απλότητα που κουβαλά την απλότητα της ίδιας της ζωής που συνεχίζει. Ανεξάρτητα από τις απώλειες και τις καταστροφές, τα προβλήματα και τους κινδύνους. Πάνω από τους τάφους μιας άλλης εποχής, ενός άλλου κόσμου. Και οι νεκροί, υποθαλάσσιοι και αυτοί, κοιτούν ανάσκελα τα παιδιά να πετούν στον υδάτινο ουρανό ακριβώς από πάνω τους.

Δεν ξέρω γιατί δεν μπορώ να αποφύγω αυτή την εικόνα. Και για ποιον λόγο, ενώ όλες οι εικόνες που πετυχαίνεις τυχαία μετά από λίγο ξεθωριάζουν, αυτή παραμένει. Και με κάθε επιστροφή της γίνεται όλο και πιο συγκεκριμένη, όλο και πιο ορατή. Σαν το νεκροταφείο να βουλιάζει όλο και περισσότερο, σαν τα παιδιά να γελούν όλο και πιο δυνατά στην επιφάνεια. Δεν ξέρω πια ποιο κομμάτι της εικόνας ανήκει στην πραγματικότητα και ποιο στη φαντασία.

Αν όντως υπήρχαν παιδιά που κολυμπούσαν πάνω από τους τάφους, αν όντως γελούσαν. Ισως γιατί η εικόνα αυτή δεν μου ανήκει και δεν ανήκει σε κανέναν μας. Ανήκει στο μέλλον. Στο κοινό αυτό μέλλον ενός πλανήτη που βράζει και βουλιάζει. Και μάλιστα πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο υπολογίζαμε. Είναι πολλοί αυτοί που το καταγράφουν, η απόστασή μας από μια διευρυμένη καταβύθιση σε κάθε ακτή του πλανήτη είναι απλώς τρεις βαθμοί Κελσίου.

Ο κόσμος είναι χαλασμένος. Και κανείς δεν μοιάζει διατεθειμένος να τον επισκευάσει. Η θερμοκρασία ανεβαίνει, η θάλασσα ανεβαίνει. «Η θάλασσα αυτή που όλο ξεκινά και πάλι». Ερχεται στο μυαλό εκείνο το ποίημα.

Το μνημειώδες «Παραθαλάσσιο νεκροταφείο» του Πολ Βαλερί. Ενας στοχασμός για τον θάνατο, διάτρητος από την ορμή της ζωής. Ερχεται στο μυαλό και πάλι, μπροστά σε ένα νεκροταφείο που η θάλασσα έκανε κομμάτι της και μέρος του σώματός της. Φέρνοντας στην επιφάνεια το φως και την ομορφιά, την πίστη πως, παρά τη δυσκολία, την καταστροφή και τον όλεθρο, η ζωή προχωρά μπροστά, πως υπάρχει χρόνος:

«Ο άνεμος δυναμώνει, πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε».