Η τελετή απονομής των Οσκαρ κουβαλά όλη την αφέλεια της επίδειξης και του θεάματος. Αυτό δεν σημαίνει πως η τελετή αυτή δεν μπορεί να έχει πολιτική σημασία. Ανεξάρτητα από το αν μας ενδιαφέρει ή μας αφήνει αδιάφορους, η τελετή αφήνει το αποτύπωμα του κυρίαρχου στην πολιτιστική παραγωγή. Μαζί με τις κατά καιρούς πολιτικές αναφορές και αιχμές των βραβευθέντων. Κάτι τέτοιο έγινε και φέτος. Αλλά δεν είναι αυτές οι αναφορές που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία. Σημασία έχει η ταινία που κέρδισε τα σημαντικότερα βραβεία. Τα «Παράσιτα» του σκηνοθέτη Μπονγκ Τζουν-χο κέρδισαν τα βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Ξένης Ταινίας και Σεναρίου. Και το γεγονός αυτό έχει ξεχωριστή σημασία.
Η επιτυχία των «Παρασίτων» δεν συνίσταται στο γεγονός πως κέρδισε όλα αυτά τα χρυσά αγαλματίδια ή στο γεγονός πως είναι η πρώτη ξενόγλωσση ταινία που κερδίζει Οσκαρ καλύτερης ταινίας. Ή ακόμη στο γεγονός πως ήταν η πιο ουσιαστική αφήγηση αυτή που τελικά κυριάρχησε. Η μεγάλη της επιτυχία είναι η ορατότητα που επιτυγχάνει. Το πώς κατάφερε να μιλήσει για τους ανθρώπους που κρύβονται στα υπόγεια, για αυτούς που προσπαθούν να ανέλθουν με οποιονδήποτε τρόπο, να ζήσουν σε κοινωνίες όπου η αδικία, οι όροι με τους οποίους μοιράζεται ο πλούτος, οι ταξικές αποστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους είναι πάντοτε ορατές, νόμιμες και υπαρκτές με τον πιο απόλυτο τρόπο.
Η νίκη στα Οσκαρ δεν περιγράφει μια επιτυχία και μια εγκόλπωση της αφήγησης στον κυρίαρχο μύθο. Ακριβώς γιατί το ίδιο το θέμα της ταινίας παραμένει σκληρό και ατόφιο. Στην πραγματικότητα έρχεται ως επιστέγασμα μιας διαδικασίας. Μιας παγκόσμιας επιτυχίας στις αίθουσες σε μια περίοδο που ο κινηματογράφος χωλαίνει, μια σειρά από μικρούς και μεγάλους θριάμβους σε μια σειρά από φεστιβάλ, αλλά κυρίως της κουβέντας από στόμα σε στόμα, της συνολικής αυτής προτροπής που δημιουργείται από πολλούς ψιθύρους που συναντήθηκαν. Το γεγονός πως τα «Παράσιτα» κατάφεραν να σπάσουν το φράγμα της κυρίαρχης αφήγησης δίνει στην ταινία μια οικουμενική σημασία. Μια θέαση στα ζητήματα τα οποία θίγει με όρους ενός παγκόσμιου οφθαλμού. Η ταινία πια δεν μιλάει για την ταξική διαστρωμάτωση της Νότιας Κορέας, για μια ιστορία που συνέβη σε κάποια άκρη της Γης σπρωγμένη και διαμορφωμένη από τις δικές της ταξικές αντιθέσεις. Μιλά πια για την ταξική σύγκρουση ως κυρίαρχο μύθο, άρα και κυρίαρχη αλήθεια, καθιστά τους αόρατους αυτής της Γης ορατούς. Δεν τους δίνει μόνο φωνή μιλώντας για τα θέματά τους αλλά ταυτόχρονα όψη, βιογραφία και παρουσία.
Τις μέρες αυτές πέρασα αρκετές ώρες παρακολουθώντας τους λόγους του Bernie Sanders. Ο Sanders κατεβαίνει άλλη μια φορά υποψήφιος των Δημοκρατικών. Αυτή τη φορά –σε αντίθεση με όσα συνέβησαν πριν από τέσσερα χρόνια– κατεβαίνει με τον αέρα του φαβορί. Δεν είναι το γεγονός πως δεν έχει δύσκολους αντιπάλους, αντιπάλους που να ενσαρκώνουν το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος. Είναι το γεγονός πως η ατζέντα του έχει γίνει πια κτήμα όλων όσους αφορά. Η δημόσια υγεία ως ανθρώπινο δικαίωμα και όχι ως προνόμιο, η δωρεάν παιδεία ως αγαθό και όχι ως κομμάτι μια βιομηχανίας που ορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση, τα οικονομικά δικαιώματα ως ανθρώπινα δικαιώματα, η οικολογική στάση ως επείγουσα στάση απέναντι στις επόμενες γενιές και τη βιωσιμότητα του πλανήτη. Με μηδενική υποστήριξη από μεγάλες εταιρείες, με μηδενική προβολή από τα κυρίαρχα μέσα, με κατά μέτωπο επίθεση στους ισχυρούς της χώρας.
Είναι τα «παράσιτα» αυτά που φέρνουν τον Sanders στη θέση του φαβορί. Οι νέοι, οι άνεργοι, αυτοί που δουλεύουν σε τρεις δουλειές για να καταφέρουν να έχουν ασφάλιση και να μεγαλώσουνε τα παιδιά τους. Τα «παράσιτα» που βγαίνουν στην επιφάνεια και ζητάνε τον δικό τους χώρο και τη δική τους ανάσα, που ζητούν να διεκδικήσουν, που ζητούν τελικά να γίνουνε ορατά μέσα από τις αποφάσεις τους.
Οι τύχες αυτού του πλανήτη βρίσκονται στα χέρια των «παρασίτων».
