ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα περιστατικά αστυνομικής βίας τον τελευταίο καιρό έχουν πληθύνει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορούμε πια να κάνουμε λόγο τόσο για περιστατικά, όσο για μια ενιαία και διαρκή στάση, μια συμπαγή και άνευ όρων συμπεριφορά που πια ταυτίζεται με την ίδια την ελληνική αστυνομία. Θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε για εξαιρέσεις, να θεωρητικολογήσουμε για την αστυνομία και την καταστολή, για το μονοπώλιο της βίας και άλλα τέτοια ωραία. Ομως το ζήτημα της αστυνομοκρατίας στην περίοδο που διανύουμε είναι σημαντικό ακριβώς γιατί δεν είναι θεωρητικό. Είναι αμείλικτα πρακτικό.

Ολο και περισσότεροι συμπολίτες γδύνονται στους δρόμους και εξευτελίζονται σε καθημερινές επιδείξεις επιβολής και εξουσίας. Γυναίκες καταγγέλλουν καθημερινά σεξουαλικές παρενοχλήσεις από όργανα της τάξης, ομοφυλόφιλοι καταγγέλλουν ομοφοβικές συμπεριφορές από μπάτσους τεστοστερονάτους, ξυλοδαρμοί σημειώνονται καθημερινά σε κάθε γωνία της πόλης, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες έχουν υποβαθμιστεί σε σκουπίδια, καταγγελίες για βασανιστήρια όλο και πληθαίνουν. Τελευταίο περιστατικό, αυτό στο Κουκάκι, όπου μια γυναίκα πυροβολήθηκε με πλαστική σφαίρα, τη στιγμή που ο φίρερ Χρυσοχοΐδης δήλωνε ότι «δεν ασκήθηκε αστυνομική βία κατά την επιχείρηση των ΜΑΤ», ενώ ταυτόχρονα ασκήθηκε παράνομη αστυνομική βία με αποτέλεσμα τον τραυματισμό τριών μελών της οικογένειας Ινδαρέ μέσα στο σπίτι τους. Η Ερση Σπαρτιώτη – Ινδαρέ, γυναίκα του σκηνοθέτη Δημήτρη Ινδαρέ, ο οποίος κρατείται στη ΓΑΔΑ με τους δύο τους γιους τους έπειτα από προσαγωγή, η οποία μετατράπηκε σε σύλληψη, είδε τους άνδρες της αστυνομίας να κακοποιούν βάναυσα τον άνδρα και τα παιδιά της μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, επειδή αρνήθηκαν την είσοδο της Αστυνομίας στην οικία τους χωρίς ένταλμα.

Η ελληνική αστυνομία δρα ως δύναμη κατοχής. Μόνο που στην ιδιότυπη φαντασιακή χώρα που έχει καταλάβει, ο εχθρός ορίζεται κατά βούληση και ανά περίσταση. Αρα δυνάμει όλοι είμαστε ένοχοι. Και μάλιστα άνευ όρων ένοχοι. Αν κάποιος αντιμιλήσει, αν κάποιος ρωτήσει γιατί έχει γεμίσει μπάτσους η ταράτσα του χωρίς να το γνωρίζει, αν βρεθεί σε λάθος περιοχή τη λάθος στιγμή, αν κάποιος αντιδράσει στα μπινελίκια που του πετά ο σιδερόφραχτος μπούλης- χρυσαυγίτης, τότε είναι ένοχος. Αν κάποιος στραβοκοιτάξει, αν κάποιος χαμογελάσει ή αν έχει μακριά μαλλιά και σκουλαρίκια, τότε είναι ένοχος. Αν κάποιος σταθεί απέναντι, αν κάποιος κατηγορήσει ή ζητήσει τα δικαιώματά του, τότε όχι μόνο είναι ένοχος αλλά του αξίζει και ο επί τόπου βασανισμός.

Η ελληνική αστυνομία του φίρερ Χρυσοχοΐδη ενσαρκώνει ταυτόχρονα και στην εντέλεια το κράτος και το παρακράτος. Με τις ευλογίες και υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης και τη συνδρομή της ντροπής της δημοσιογραφίας και της ενημέρωσης όπως αυτή ενσαρκώνεται από τα κανάλια και τις κυρίαρχες εφημερίδες.

Δεν είναι κάτι πρωτότυπο αυτό που γράφουμε, κάτι σύνθετο ή κάτι που χωρά ανάλυση. Η μόνη μας μέριμνα είναι απλώς να μη μας περνάτε για μαλάκες. Και, ακόμα χειρότερα, μη μας ταξινομήσετε μαζί με τους σιωπηλούς. Να μη συμπεριληφθούμε στις λεγεώνες αυτών που δεν μιλούν, αυτών που κάνουν πως δεν βλέπουν και επιτρέπουν μόνο στην άκρη του ματιού να έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα. Και πιο πολύ να μη γίνει η σιωπή μας άλλοθι και περιληφθούμε έτσι λόγω παύσης στους συμφωνούντες, στον ακαθόριστο αυτό αριθμό που κάνει την αδιαφορία να ταυτίζεται με τη συμφωνία.

Στη σύγχρονη εκδοχή της, όπως αυτή ορίστηκε από το αγγλικό κράτος το 1829 κατά τη θητεία του Συντηρητικού υπουργού Εσωτερικών (και αργότερα πρωθυπουργού) Ρόμπερτ Πιλ, η αστυνομία, πέρα από την αποτροπή του εγκλήματος, τη φύλαξη των πολιτών και των λειτουργιών της πολιτείας, έχει μια εξισωτική διάσταση και λειτουργία. Οι πολίτες έχουν όμοια μεταχείριση ανεξάρτητα από τον πλούτο τους ή την κοινωνική τους θέση. Ταυτόχρονα η αστυνομία είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιεί το ελάχιστο της αναγκαίας βίας και οι πράξεις της να ορίζονται από κοινωνική απαίτηση και αποδοχή.

Η απόσταση του σημερινού εξαχρειωμένου ελληνικού αστυνομικού σώματος από αυτό το γενικό και πεπαλαιωμένο σύνολο αρχών είναι η απόσταση της κοινωνίας στην οποία ζούμε από τη δημοκρατία.