Χρήστος Αγγελάκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι «Ψηφίδες της πόλης» είναι μια βόλτα δύο φίλων, του συγγραφέα Χρήστου Αγγελάκου και του φωτογράφου Βασίλη Μαθιουδάκη, σε πρόσωπα που τους εμπνέουν και στις προσωπικές τους στιγμές στο αθηναϊκό περιβάλλον.

Μια προσπάθεια να δοθεί πρόσωπο στην απρόσωπη πόλη.

Η βόλτα γίνεται μ’ ένα παλιό τζιπάκι, που τα παράθυρά του ανοίγουν με χερούλια και δεν έχει κλιματισμό.

Ζέστη στη ζέστη, κρύο στο κρύο, οι πιο άβολες προϋποθέσεις φτιάχνουν το καλύτερο ταξίδι.

Φτάνει ο δρόμος να είναι καλός.

Δυο-τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν: τα μάτια της κρατάνε το ίδιο γαλάζιο αλλά ακουμπάνε με μεγαλύτερη σιγουριά πάνω στα πράγματα.

Ο λόγος της αποφορτίζει τις εντάσεις και αυτός είναι ο τρόπος της να φτάνει στο κέντρο.

Δεν έχει νοσταλγία για το παρελθόν, που πάει να πει πως το τιμάει περισσότερο από τον καθένα.

Θυμάται ένα γκονταρικό cut του Κόρρα στο «Απεταξάμην» της Λιάππα, μια ατάκα του Βακαλόπουλου, μια χειρονομία της Μήτσορα και τα φυλάει στην κασετίνα της ισόβιας μαθητείας της.

Την κοιτάζω και σκέφτομαι πως στην περίπτωσή της ο χαμένος χρόνος δεν υπάρχει.

Είναι με πείσμα και με προσπάθεια κερδισμένος. 

● Διαλέγεις την Κυψέλη για να φωτογραφηθείς. Επειδή γεννήθηκες και μεγαλώνεις εδώ; 

Αισθάνομαι οικεία στην Κυψέλη. Από το δρομάκι, ας πούμε, στο οποίο με φωτογράφισε ο Βασίλης, περνούσα μικρή για να πάρω φύλλο για τη μαμά μου, να κάνει γαλακτομπούρεκο. 

● Το κάθε τι πυροδοτεί μια ανάμνηση; 

Ναι, αλλά δεν τις ανασύρω συνέχεια. Είναι μια μνήμη παλιά που με διασκεδάζει. 

● Τι σε διασκεδάζει ακριβώς; 

Τα έχει όλα. Και με διασκεδάζει και με καταθλίβει. Είναι ωραία κυρίως το πρωί.

Εχει λίγο κόσμο, πολλά δέντρα και αισθάνεσαι ότι η μέρα μπορεί να ξεκινήσει καλά, γιατί είναι ωραίο το φως της. 

● Ο Χρήστος Βακαλόπουλος είχε γράψει πως η Κυψέλη είναι το κέντρο του κόσμου. Για σένα τι είναι; 

Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο Χρήστος θα πει κάτι τέτοιο, γιατί για μένα εδώ είναι απλώς το σπίτι μου.

Δεν είναι το κέντρο του κόσμου, είναι εκεί που πας και ηρεμείς λίγο. Σίγουρα όχι κάτι τόσο σηματοδοτημένο. 

● Πώς είσαι στην εφηβεία στην Κυψέλη, ποια εικόνα της έχεις στην πρώτη νεότητα; 

Κατεβαίνω τον δρόμο και περνάω από τα μαγαζιά στη Φωκίωνος και ανταλλάσσονται βλέμματα.

Η πρώτη φορά που καταλαβαίνεις ότι κοιτάς, σε κοιτάνε, ξανακοιτάς, δεν κοιτάς. Προσπαθείς να μην κοιτάξεις, γιατί η Φωκίωνος είναι ένας δρόμος-βιτρίνα.

Τον περπατάς και αισθάνεσαι ότι ενώ οι άλλοι είναι πίσω από τα τζάμια, στη βιτρίνα βρίσκεσαι εσύ με κάποιον τρόπο. 

● Και σήμερα; 

Σήμερα δεν γίνεται το ίδιο. Εξακολουθούν να υπάρχουν κάποια μαγαζιά αλλά με λιγότερους φίλους. Αλλοι έχουν φύγει κι άλλοι έχουν φύγει για πάντα. 

● Ποιο είναι το soundtrack της Κυψέλης; 

Το νερό. Τα παλιά τρόλεϊ που έκαναν ένα στρίγκλισμα καθώς έπαιρναν τη στροφή και τα πουλιά φυσικά. Τα μαυροπούλια.

Μια Βαβέλ από γλώσσες άγνωστες. Παλιά ήταν περισσότερες.

Σήμερα μπορείς να ακούσεις «Παύλο, πού είσαι» και να γυρίσεις να δεις έναν δίμετρο Αφρικανό να μιλάει καταπληκτικά ελληνικά.

Μάγκικα και πολύ σύγχρονα. Αλλά εμένα μου άρεσε και η πολυγλωσσία. 

● Ζεις με τη μουσική, είχες και μια εκπομπή παλιά, τη «Σκάλα για τ’ αστέρια», στο Δεύτερο. Ζεις με το θέατρο, τον κινηματογράφο, διαβάζεις μυθιστορήματα. Πότε γίνεται η πρώτη γνωριμία με την τέχνη και από πού ξεκινάς; 

Από τη λογοτεχνία. Διάβαζα από μικρή, 6-7 χρόνων, και μάλιστα πέρασα γρήγορα και στα απαγορευμένα βιβλία την ώρα που κοιμόταν η μαμά μου. «Μαντάμ Μποβαρί» ή Ντοστογιέφσκι.

Τα έκλεβα από τη βιβλιοθήκη τα μεσημέρια, μεγαλύτερη πια. Στα σινεμά με «πάρκαρε» επίσης η μητέρα μου για να κάνει τις δουλειές της.

Πάντα σε απογευματινές προβολές κι ερχόταν μετά και μ’ έπαιρνε.

Οσο για τη μουσική, αυτή ήταν η νεανική μου επανάσταση. 

● Πρωτοβγαίνεις στο θέατρο με το «Αλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε», τελευταία παράσταση του Ελεύθερου Θεάτρου προτού γίνει Ελεύθερη Σκηνή. Παίζετε στο Ράδιο Σίτυ, αλλά ήταν εμπορική αποτυχία. Δεν έβγαλε τη σεζόν. 

Ξαναπαίξαμε «Το τραμ το τελευταίο» κι είχα κι εγώ ένα ρολάκι. Μου είχαν κάνει συμβόλαιο, τότε ήταν καλοί άνθρωποι, η πιάτσα δεν ήταν όπως τώρα. 

● Πώς βρίσκεσαι σ’ αυτή την παρέα; 

Σπούδαζα ηθοποιός στο Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο του Τριβιζά.

Είχε γυρίσει από τη Γαλλία κι εγώ έκανα παράλληλα ταξιθεσία στο θέατρό του και τους είχα γνωρίσει όλους.

Τον Φέρτη, την Ξένια, τον Σταμάτη. Το καλοκαίρι του πρώτου έτους στη σχολή, ψάχνανε για ένα νέο κορίτσι και μου τηλεφώνησαν.

Εγινε εύκολα, επειδή γνωριζόμασταν ήδη. 

● Βγαίνεις άνετη στη σκηνή ή αγχωμένη; 

Με μεγάλη χαρά. Σε όλες τις πρόβες ήμουν πανευτυχής, διασκέδαζα πολύ μέσα στην παρέα τους, γιατί τους θαύμαζα, κι αυτοί τσακώνονταν ύστερα από κάθε πρόβα, με τα ουίσκι και τα τσιγάρα τους, αλλά εγώ δεν πολυκαταλάβαινα τον λόγο της διαφωνίας τους.

Την πρώτη φορά που αισθάνθηκα περίεργα ήταν όταν πήγα στην πρεμιέρα και είδα να έχει κόσμο μαζεμένο από νωρίς για να αγοράσει εισιτήριο.

Εκεί συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα είναι σοβαρά. Κάποιος πληρώνει για να μας δει. 

● Κάποια στιγμή αφήνεις την ηθοποιία και περνάς στη σκηνοθεσία, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο. 

Την ηθοποιία δεν την έχω αφήσει ποτέ. Αυτή είναι πίσω απ’ όλα. Πιστεύω ότι την ξέρω περισσότερο από τα άλλα που κάνω, το γράψιμο των σεναρίων, δηλαδή, και τη σκηνοθεσία.

Νομίζω ότι το να είσαι ηθοποιός είναι κάτι ευχάριστο, έχεις λιγότερες ευθύνες και μοιάζει κάπως με παιδική χαρά, ξέρεις, εκείνη που δεν την αφήνεις ποτέ.

Μόνο που δεν είναι εύκολο πια, όλοι λένε «α, αυτή σκηνοθετεί τώρα», ενώ εγώ θα ήθελα πάρα πολύ να με σκηνοθετούν, να μου λένε τι να κάνω. 

● Πώς πέρασες στη σκηνοθεσία; 

Νομίζω πως με έσπρωξαν οι άλλοι. Με ενδιάφερε από πάντα το σενάριο.

Αρχισα να συνεργάζομαι σε σενάρια, να τσακώνομαι με τους σκηνοθέτες, έχω κάνει ομηρικούς καυγάδες με σκηνοθέτες που είναι φίλοι μου και ύστερα άρχισα να γράφω μόνη μου.

Στην Ελλάδα είναι δύσκολη η συνεργασία του σεναριογράφου με τον σκηνοθέτη κι έτσι είπα να στραφώ στη σκηνοθεσία. 

● Από πού ξεκινάει το σενάριο; Από μια ιδέα ή από μια εικόνα; 

Οχι από μια ιδέα. Ισως από μια ιστορία που έχω ακούσει και με έχει κάνει να συγκινηθώ, μου έχει δημιουργήσει ένα ερέθισμα.

Μπορεί κι από μια εικόνα. Μου παίρνει χρόνο να ωριμάσει μέσα μου.

Οπότε πρέπει να έχουμε ένα ερέθισμα από την πραγματικότητα και μια εικόνα που να το συνοψίζει.

Μια πρωταρχική εικόνα, που ίσως και να μη συμπεριληφθεί τελικά στην ταινία. 

● Δεν μιλάς ποτέ για τους ανθρώπους που ήταν στενοί φίλοι σου κι έχουν φύγει από τη ζωή. Θα ήθελα να κάνουμε μια-δυο εξαιρέσεις. Να μου πεις κατ’ αρχήν για τον Χρήστο Βακαλόπουλο που ήταν φίλος και δικός σου και του Νίκου Σαββάτη. 

Ο Χρήστος ερχόταν καθημερινά στο σπίτι και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες οι τρεις μας, μιλώντας για σινεμά, για τα πάντα.

Εμπαινε σε όλα με ένα αθώο θράσος, έτοιμος να δοκιμάσει χωρίς καν να ξέρει.

Τότε κάναμε στενή παρέα με τη Μαρία Μήτσορα, που είχε βγάλει το περίφημο «Αννα να ένα άλλο».

Το είχαμε διαβάσει και είχαμε πάθει όλοι μας κάτι… Και κάποια στιγμή ακούω τον Χρήστο να μου λέει «α ωραία, θα γράψω κι εγώ ένα βιβλίο».

Το είπε τόσο αυθόρμητα και το έκανε κιόλας τόσο αυθόρμητα που έμενα δεν θα μου πέρναγε ποτέ από το μυαλό. 

● Τα έκανε να μοιάζουν με παιχνίδι τα πράγματα; 

Αυτό έκανε. Θα σου πω κι άλλο ένα περιστατικό. Είχε προτείνει ο Κουτελιδάκης στη Φρίντα να γράψουν ένα σενάριο, διασκευή της νουβέλας του Θεοτόκη, «Αγάπη παράνομη».

Η Φρίντα ήταν προφανώς σε φάση που έγραφε τα δικά της και μου λέει «κάν’ το εσύ».

Κι έρχεται ο Χρήστος σπίτι και μου προτείνει να γράψουμε μια τηλεταινία, «αλλά για φέρε να δω πώς ακριβώς τα γράφεις, πώς βάζεις τα πρόσωπα, πώς τη δράση».

Του δίνω μια σελίδα και μου λέει «ωραία, θα κάνουμε σενάρια για τηλεταινίες». 

● Απλώς μπαίνουμε σε όλα… 

Ναι, μπαίνουμε και τα κάνουμε… 

● Χρειαζόταν θάρρος αυτό το «μπαίνουμε». Και μια παιδικότητα… 

Κι ένα ρίσκο που δεν τον σταματούσε ποτέ. Αλλά επειδή υπάρχει η εντύπωση ότι ο Χρήστος τα κατάφερνε όλα και σε όλα ήταν καλός, θέλω να σου πω ότι είχε υποστεί μεγάλο πόλεμο.

Δεν ήταν κάποιος που έπαιρνε εύσημα σε ό,τι έκανε.

Θυμάμαι τι είχανε πει για τις «Βεράντες», την πρώτη του μικρού μήκους. Του είχαν σύρει τα εξ αμάξης.

Ολους εμάς του «Σύγχρονου Κινηματογράφου» μας περιμένανε στη γωνία. Τολμούσαμε πράγματα αλλά μετά τρώγαμε πολύ ξύλο. 

● Πληρώνατε την πόλωση; 

Πάρα πολύ, αλλά ευτυχώς που υπήρχαν και οι φίλοι, δεν ήμασταν μόνοι μας. 

● Και η Φρίντα την πλήρωσε αυτή την πόλωση. 

Περισσότερο απ’ όλους. Επί της ουσίας την πλήρωσαν η Φρίντα και η Τώνια Μαρκετάκη και θέλω να σου πω ότι φοβηθήκαμε πολύ όλοι τότε.

Είχαν κάτι αδιανόητο εκείνη η πόλωση και ο αλληλοσπαραγμός. Ηταν πολύ άσχημη φάση, πολύ δύσκολη.

Εγώ τη θυμάμαι κι ακόμα και τώρα αναστατώνομαι, μου έχει μείνει πολύς θυμός… 

● Για τι απ’ όλα; 

Κυρίως για το πώς προσπάθησαν να εξοντώσουν τη Φρίντα. Ηταν πέρα από κάθε λογική. 

Μια καθαρή ανθρωποφαγία εκδικητικού τύπου. Και μια ηγεμονική αντίληψη της εξουσίας – «θα σε λιώσω, επειδή μπορώ».

Και το απίστευτο είναι το πώς παρέσυρε τόσο κόσμο.

Για πρώτη φορά κατάλαβα ποια ήταν η δύναμη της ιδιωτικής τηλεόρασης.

Θυμάμαι τότε στο Mega, τους παρουσιαστές να βγαίνουν στις ειδήσεις και να λένε «εδώ είναι το μέρος όπου έγιναν τα όργια» και να δείχνουν ένα δωμάτιο που δεν βρισκόταν καν στη Μήλο όπου έγιναν τα γυρίσματα. 

● Να πάμε στα χρόνια του «Σύγχρονου Κινηματογράφου», στην περίοδο που συμμετέχετε με τον Σαββάτη στην ομάδα σύνταξης. Κατόπιν ο Νίκος αναλαμβάνει και τη διεύθυνση του περιοδικού. Προσπαθείτε να αρθρώσετε έναν διαφορετικό λόγο, μια σκέψη που επηρεάζεται από τα «Cahiers du Cinema» πρωτίστως. Τι καινούργιο έφερε ο «Σύγχρονος Κινηματογράφος» στο κριτικό βλέμμα; 

Εγώ ήμουν περισσότερο θεατής στις διαδικασίες του περιοδικού.

Εχω γράψει λίγα κείμενα, και μάλιστα με μεγάλο φόβο τότε, αλλά έχω παρακολουθήσει με ενδιαφέρον αυτή την παρέα, η οποία ξεκίνησε ουσιαστικά μέσα στη χούντα. 

● Με τον Καρκαγιάννη; 

Ο Καρκαγιάννης αναλαμβάνει στη Μεταπολίτευση. Ο «Σύγχρονος» έβγαινε από τις εκδόσεις Ολκός. Στην πρώτη φουρνιά εντάσσονται ο Τέλης Σαμαντάς, η Κλαίρη Μιτσοτάκη, ο Βασίλης Ραφαηλίδης.

Και ύστερα μπαίνουν ο Μισέλ Δημόπουλος, ο Μπάμπης Κολώνιας, ο Χρήστος, η Φρίντα, η Μαρία Γαβαλά, ο Νίκος Σαββάτης, ο Λυγγούρης και άλλοι. Είναι σχολείο για πολλούς σκηνοθέτες εκείνης της εποχής, οι οποίοι περνούν από τα κείμενα στις ταινίες.

Τα άρθρα τους δεν τα διαβάζω απλώς, αλλά παρακολουθώ και πώς γράφονται. Ατέλειωτες συζητήσεις και ατέλειωτες ώρες στα σινεμά, βλέπαμε τα πάντα.

Είχαμε την πεποίθηση ότι κάναμε σινεμά για να αλλάξουμε τον κόσμο, κάτι που δεν ισχύει σήμερα.

Εδιναν τα πάντα για να κάνουν μια ταινία οι άνθρωποι, πουλούσαν σπίτια, ξεπουλούσαν την προσωπική τους περιουσία. Κάποια στιγμή έπεσαν και λίγα χρήματα από το κράτος κι εκεί άρχισε η μεγάλη φαγωμάρα.

Οταν μπήκαν τα χρήματα στη μέση. 

● Τι σε γοήτευσε περισσότερο στη διαδικασία του σινεμά; 

Το μοντάζ. Το παρακολούθησα στο «Απεταξάμην», όπου μοντέρ ήταν ο Γιώργος Κόρρας, και ξαφνικά με βλέπω στη μουβιόλα, κομμένη, ραμμένη, ξανακομμένη, ξαναραμμένη… 

● Σοκαρίστηκες; 

Οχι, μ’ άρεσε πολύ που με κόβανε. Ηθελα κι άλλο, να με πετσοκόψουν τελείως. Εμπαινα σιγά σιγά στη λογική. Πήγα και με είδα να με κόβουν. 

● Αρα η μαθητεία σου ήταν πρακτική; 

Ακριβώς. Οταν βλέπεις τόσα, με τη Φρίντα κιόλας δίπλα, μπαίνεις, κολλάς τον ιό της τρέλας. 

● Πες μου τον καλύτερό σου σκηνοθέτη. 

Ο Κασσαβέτης. Βεβαίως, αν μου την κάνεις αύριο αυτή την ερώτηση, θα σου πω κάποιον άλλο.

Αλλά ο Κασσαβέτης έχει κάτι που με συγκινεί πάντα. Αυτή την οργανικότητα. Είναι ένα σινεμά οργανικό.

Το σινεμά του είναι μια τρέλα που αποτυπώνεται στα πρόσωπα.

Είναι ουσιαστικός, αυτοσχεδιαστικός, αλλά όχι μόνο αυτοσχεδιαστικός… 

● Και σπαρακτικός και κωμικός. 

Ακριβώς. Εχω πεθάνει στα γέλια με κάποιες σκηνές του κι αμέσως μετά έπαθα σοκ. Αυτή είναι η μοναδικότητά του.

Και η δική του προσωπικότητα και της Τζίνα Ρόουλαντς βγαίνουν στο σελιλόιντ με τρομερή ένταση. 

● Οι περισσότερες ταινίες σου είναι μικρού μήκους… 

Τρεις μικρού μήκους, η μία με τον αδελφό μου τον Παύλο, και μία μεγάλου μαζί με τον Νίκο Σαββάτη.

Τη μεγάλου μήκους τη λένε «Η γυναίκα που επιστρέφει», και τις μικρού «Πρώτη φορά», «Τι ώρα θα γυρίσεις;» και «Σπίτι με κήπο». 

● Επιμένει το όνειρο να γυρίσεις μια μεγάλη; 

Δεν υπάρχει κανένα όνειρο, μόνο ένα σενάριο που γράφεται αλλά δεν ξέρω τι θα γίνει.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να κάνω άλλη μικρού μήκους. Δεν υπάρχει και τρόπος.

Οπότε ή μεγάλου μήκους ή κάτι άλλο που δεν το ξέρω. 

● Στο θέατρο πρωτοβγαίνεις ως βοηθός του Βίκτωρα Αρδίττη. Σε ποια παράσταση; 

Σ’ έναν μονόλογο του Κολτές, «Η νύχτα μόλις πριν τα δάση», με τον Πέρρη Μιχαηλίδη.

Ο Βίκτωρας ήθελε να λέει βοηθός-σκηνοθέτης και όχι βοηθός σκηνοθέτη. Ημασταν πολύ φίλοι και ήταν ουσιαστική η συνεργασία μας πάντα.

Από κει και πέρα αρχίζω να σκηνοθετώ μόνη μου. 

● Στην παράσταση «Η παράλειψη της οικογένειας Κόλεμαν» είδα μια κινηματογραφική αντίληψη του timing. Σαν να άκουγα ένα χρονόμετρο απ’ αυτά που κρατάνε στα γυρίσματα. 

Μάλλον υπάρχει, αλλά χωρίς να είναι συνειδητό. Είναι ο χρόνος όπως τον αισθάνομαι.

Οχι επίτηδες για να θυμίζει σινεμά. Πρώτα απ’ όλα δουλεύτηκαν οι χρόνοι των ηθοποιών. Ακόμα και οι παύσεις έγιναν με μετρήματα.

Πότε μιλάς, πόσο γρήγορα, πότε κάνεις παύση. Είναι θεατρική ανάγκη η διαχείριση του χρόνου.

Είναι διαφορετικό το να βάλεις τελεία ή άνω τελεία ή κόμμα ή να ενώσεις τις ατάκες σε μια μεγάλη φράση. 

● Μιλάμε για το συντακτικό της παράστασης; 

Ακριβώς γι’ αυτό. Το συντακτικό είναι το θέμα. Αυτό παράγει το ύφος αλλά και το ίδιο το νόημα, που δεν είναι ποτέ μονοσήμαντο. 

● Ο Αργεντίνος συγγραφέας του έργου, ο Κλαούντιο Τολκατσίρ, αντέδρασε στον χαρακτηρισμό «δυσλειτουργική οικογένεια». 

Είπε ότι το έργο του δεν είναι παράδειγμα δυσλειτουργικής οικογένειας, είναι απλώς ένα έργο για την οικογένεια. 

● Αρα το δυσλειτουργικό επαναπροσδιορίζεται κι αυτό όπως επαναπροσδιόρισαν την τρέλα ο Φουκό και το κίνημα της Αντι-ψυχιατρικής. 

Συμφωνώ απολύτως. Το είχα σκεφτεί πολύ αυτό που λες. 

● Εντέλει τι είναι λειτουργικό και τι δυσλειτουργικό; Μήπως είναι απλώς ένα έργο για την οικογενειακή φωλιά; 

Είναι κι ένα έργο που μιλάει για τη διάλυση αυτής της φωλιάς.

Ολοι συγκρούονται στο τείχος της ενηλικίωσης. Κι αυτή δεν έρχεται για κανέναν. Πρόκειται για μια οικογένεια ανηλίκων. 

● Μου έκαναν εντύπωση οι ηθοποιοί της παράστασης. Εκτός από τις έμπειρες, την Παντελάκη και τη Σωφρονιάδου, είδα νέα παιδιά με γερά πατήματα στη σκηνή. Πώς τα βρήκες; 

Αυτή η παράσταση στήθηκε κάπως παράξενα. Δεν ήταν μια κανονική παραγωγή, οπότε έπρεπε να καταφύγω σε γνωστούς και φίλους μου για να μπορέσει να λειτουργήσει το πράγμα.

Σκέφτηκα τους μαθητές μου από τη Σχολή του Εθνικού με τους οποίους έχουμε δεθεί πολύ.

Στην ουσία αυτή η δουλειά βγήκε μέσα από μια δεξαμενή με φίλους.

Την κάναμε όλοι μαζί, ακόμη και η χρηματοδότηση έγινε από όλους μας, δεν είναι δική μου παραγωγή, είναι όλων των παιδιών. 

● Εχω την εντύπωση ότι η περιπέτειά σου στον κινηματογράφο και στο θέατρο ξεκινάει πάντα από μια διάθεση μαθητείας. 

Που εξακολουθεί να υπάρχει. Είναι μια διαρκής ανάγκη να μαθαίνω.

Νομίζω ότι αν σταματήσει κανείς να μαθαίνει, δεν μπορεί να δημιουργήσει. Εγώ τουλάχιστον έτσι το καταλαβαίνω.

Ακόμα και όταν ήμουν στη Σχολή του Εθνικού αισθανόμουν ότι εγώ μάθαινα και όχι ότι δίδασκα τα παιδιά. 

● Ο δάσκαλος μαθαίνει διδάσκοντας; 

Στο Εθνικό έλεγα στους μαθητές «εσείς κάνετε τρία χρόνια, εγώ έκανα τέσσερα».

Τόσο κράτησαν τα μαθήματά μου. Εχω μάθει πάρα πολλά από τα παιδιά και νομίζω πια ότι μπορώ να πάω παραπέρα. 

● Εχεις μάθει και από τον Σαββάτη πράγματα; 

Ε ναι, αλλά δεν θέλει να το λέμε αυτό, δεν του αρέσει. Εννοείται, εκείνος είναι πιο φιλομαθής από εμένα.

Συνέχεια μαθαίνει, κάθε μέρα διαβάζει, ενημερώνεται, σημειώνει. Είναι απίστευτος. Κι αυτός σε διαρκή μαθητεία. 

● Είναι ο πρώτος αναγνώστης των σεναρίων σου; 

Αναγκαστικά ναι, λόγω της συμβίωσης. Πάρα πολύ αυστηρός, αλλά κι εξίσου βοηθητικός. Το τελευταίο σενάριο το γράφουμε μαζί. 

● Εχετε τίτλο; 

Παρ’ όλο που μπορεί και να μη γίνει, σου τον λέω: «Ιστορίες με γκαρσόνια». 

● Μ’ αρέσει πολύ. Τον φαντάζομαι στους τίτλους αρχής.