Χρήστος Αγγελάκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια πόλη απρόσωπη φτιαγμένη από προσωπικές ιστορίες. Ιδιωτικές στιγμές, βιώματα και μνήμες. Πολύχρωμο ψηφιδωτό όπου η ζωή μας φωτίζεται από τον λόγο των άλλων: των ανθρώπων της τέχνης και της γραφής. Συναντήσεις περισσότερο παρά συνεντεύξεις, σε μια συνειδητή προσπάθεια να πάμε πάλι με τον μύθο.

Το μετεωρολογικό δελτίο του Γιάννη Καλαβριανού

Ολα αρχίζουν με μια συνάντηση. Βουβό πρόσωπο επί σκηνής, ο Καλαβριανός παρακολουθεί τον Παπαβασιλείου να φτιάχνει ποίηση μέσα και πέρα από την «Ελένη» του Ρίτσου.

Ενα βράδυ τον ρωτάει τι να κάνει: να μείνει στη Θεσσαλονίκη ή να φύγει στο εξωτερικό;

«Φύγε έξω», του απαντάει εκείνος, και το έξω για τον Γιάννη είναι η Αθήνα.

«Είχαμε μεγάλο σεβασμό για το ρεπερτόριό της», λέει, «παίρναμε το τρένο κι ερχόμασταν να δούμε παραστάσεις».

Το πρώτο σπίτι που βρίσκει στην Τραλλέων δεν το νοικιάζει: έχει έναν αργαλειό στο σαλόνι του, κι αυτό τον τρέπει σε φυγή.

Συνειδητοποιεί πως μόνο το μέγεθος της τρέλας αλλάζει από πόλη σε πόλη και η αθηναϊκή ζωή του γεμίζει με σουρεαλιστικές λεπτομέρειες.

Και μ’ ένα πάθος που αγγίζει το κάθε τι. Ενα δημόσιο φιλί, στον ίδιο δρόμο, όπου ένα ξωτικό εξαφανίζει το περιβάλλον και τον παραδίδει στη μαγεία.

Κι ένα άλλο φιλί που το δίνει κάθε φορά που μιλάει για την ομάδα του.

«Να το τονίσεις», μου λέει, «ό,τι είμαι το χρωστάω σ’ αυτούς».

Το μετεωρολογικό δελτίο του Γιάννη Καλαβριανού

● Υπήρξε άραγε μια αποφασιστική στιγμή που είπες «θέλω να κάνω θέατρο, αυτή είναι η επιλογή μου»;

Οχι, σιγά σιγά έδεσε η απόφαση. Δεν είπα ποτέ πως θέλω να γίνω οπωσδήποτε ηθοποιός.

● Ηθελες όμως να είσαι στο θέατρο.

Αφότου γνώρισα το θέατρο. Και το γνώρισα μεγάλος. Η οικογένειά μου δεν ήτανε θεατρόφιλη, βλέπαμε παραστάσεις μια στο τόσο. Μπαίνοντας στο Πανεπιστήμιο, έρχεται μια φίλη και μου λέει πως η Πειραματική Σκηνή Τέχνης κάνει ένα εργαστήρι υποκριτικής. Την επόμενη χρονιά πηγαίνω.

● Το κίνητρο ποιο ήταν;

Υπήρχε μια διάχυτη φιλομάθεια για τα πάντα.

● Περιέργεια;

Εντονη. Την ίδια εποχή πήγαινα και σ’ άλλο εργαστήρι κι έκανα τασάκια πήλινα, κεριά και βιτρό.

● Σαν να λέμε, είδα φως και μπήκα;

Κάπως έτσι. Η Ιατρική είχε πολλή πίεση, αλλά δεν γινόταν μόνο να διαβάζω. Εκανα πενήντα πράγματα παράλληλα και η υποκριτική ήταν ένα από αυτά. Ενημερώνω τους γονείς μου ότι θα πάω σε δραματική σχολή, και μου λέει ο πατέρας μου «όπα, τρόμαξε ο Γρηγόρης Βαλτινός τώρα». Ε, δεν ήθελα πιο πολύ, τα επόμενα τέσσερα χρόνια τα μοίρασα στην Ιατρική και στο Εργαστήρι.

● Κι έβγαινες στον δρόμο με τη νοσοκομειακή μπλούζα για να πας στο θέατρο;

Ηταν κοντά το «Αγ. Σοφία» με την Πειραματική. Οταν έπαιζα σ’ ένα παιδικό της, είχα 8-10 κλινική, 10-12 παράσταση κι ύστερα πάλι επιστροφή στην κλινική. Εχω πάει στο Ζara βαμμένος γέρος με ρυτίδες, γιατί είχα ξεχάσει να τις σβήσω. Περνώντας όμως ο καιρός, έβλεπα ότι αρρώσταινα στην κλινική. Εβγαινα κουρέλι, ανέβαζα πυρετό, ένα σωρό.

● Σωματοποιούσες την ένταση;

Αισθανόμουν αληθινή κούραση. Eνώ στο θέατρο περνούσαμε μέρες και μέρες, μέχρι που συνειδητοποίησα πως είχε καταλάβει όλη μου τη ζωή.

● Δουλεύεις κυρίως με μια ομάδα σταθερών συνεργατών, τη Sforaris. Aλλά αναλαμβάνεις στο ακέραιο την ευθύνη των παραστάσεων.

Λόγω της σκηνοθεσίας. Αλλά δουλεύουμε συλλογικά εδώ και χρόνια.

● Ποιοι είναι τώρα στην ομάδα;

Η Μαρία Κοσκινά, η Αναστασία Μποζοπούλου, η Αννα Ελεφάντη, η Δέσποινα Γιαννοπούλου, κι εγώ, αυτοί είμαστε επισήμως στο καταστατικό.

● Η Χριστίνα Μαξούρη;

Δουλεύουμε μαζί από την αρχή, άρα είναι αναπόσπαστο μέλος της ομάδας, όπως και η Αλεξία Μπεζίκη και ο Γιώργος Γλάστρας. Υπάρχει, λοιπόν, ο βασικός πυρήνας, κι επειδή είμαι ο σκηνοθέτης και γράφω και τα κείμενα φαίνεται σαν να βγαίνω πιο μπροστά, αλλά δεν το θέλω. Ο,τι συμβαίνει στη σκηνή είναι κοινό αποτέλεσμα.

● Τις τελευταίες σας παραστάσεις τις χωρίζω σε δύο κατηγορίες. Στη μια βάζω τις «Παραλογαίς», το «Γιοι και κόρες» και το «Phone home», που είναι προϊόν σύμπραξης της Sforaris με έναν γερμανικό κι έναν εγγλέζικο θίασο. Το «Phone home» είναι το άνοιγμα του «Γιοι και Κόρες» στη σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα;

Εχουν κοινή αφετηρία, είναι ιστορίες ανθρώπων.

● Μαρτυρίες;

Ναι. Και η μέθοδος είναι κοινή. Μαζέψαμε έναν τεράστιο αριθμό συνεντεύξεων που έπρεπε να τις ξεκαθαρίσουμε για να δούμε ποια έχει σκηνικό ενδιαφέρον.

● Πού κατατάσσεις το υλικό της παράστασης;

Δεν είναι ντοκουμέντο. Δεν μεταφέρουμε αυτούσιες τις ιστορίες, ούτε τον λόγο. Αλλά ούτε και μυθοπλασία είναι. Το πράγμα έχει υποστεί τέτοια επεξεργασία…

● Που θα έχει μεταπλαστεί;

Σε θεατρικό λόγο. Μπορεί, παραδείγματος χάριν, να βασιζόμαστε στα λόγια ενός μετανάστη, αλλά τα περνάμε από το φίλτρο της οικονομίας, γιατί οι άνθρωποι μιλάμε ακατάπαυστα.

● Το «Phone home» είναι μια παράσταση για τους πρόσφυγες;

Οχι μόνο. Είναι ιστορίες ανθρώπων που άφησαν το σπίτι τους και φτιάχνουν μια καινούργια εστία.

● Από πού έρχονται;

Από οπουδήποτε. Μας ενδιαφέρει η έννοια της μετακίνησης. Οπότε πολλές από τις ιστορίες είναι και ιστορίες προσφύγων. Αλλά δεν πρόκειται για μια παράσταση αποκλειστικά για την προσφυγική κρίση.

● Το «Phone home» μου θυμίζει επίσης και τον «Ε.Τ.» και ήθελα να σε ρωτήσω…

Δεν το είχα συνειδητοποιήσει.

● Μήπως έχουμε γίνει κι εμείς οι ίδιοι εξωγήινοι στον πλανήτη μας;

Εχουμε γίνει εξωγήινοι σε σχέση με τον εαυτό μας. Κι εγώ, εξάλλου, αισθάνομαι να χάνω συχνά το κέντρο.

● Τι συμβαίνει όταν χάνεις το κέντρο σου;

Παλιά νόμιζα ότι ήταν κάτι ωραίο και το χαιρόμουν. Οσο περνάει ο καιρός, συνειδητοποιώ ότι μου αρέσει η ρουτίνα μου. Είμαι σ’ αυτή τη φάση τώρα: μέσα στον γενικό χαμό θέλω να μαζεύομαι κάπως.

● Να κεντράρεις.

Ξέρεις πώς είναι; Σαν να κάθεσαι στο facebook και ύστερα από λίγο έχεις πάρει τόση πληροφορία, έχεις δει τι γίνεται την ίδια στιγμή σε εκατοντάδες ανθρώπους και λες «λίγη ησυχία»…

● Αρα, ζούμε στην εποχή μιας διάσπασης που μας μετατοπίζει από το κέντρο μας;

Ισως να ξεκίνησε από μέσα. Να ήταν εσωτερική η διάσπαση και απλώς να εκδηλώθηκε.

● Πάμε πάλι στις σκηνοθετικές σου επιλογές. Στη στροφή σου στα εμβληματικά κείμενα. «Αβελάρδος και Ελοΐζ», «Ανεμοδαρμένα ύψη». Φτιάχνουν έναν κόσμο, έτοιμο, στον οποίο εσύ καλείσαι να μπεις.

Δεν το έχω αναλύσει το γιατί εκεί, ας πούμε, και όχι στη Σάρα Κέιν. Δεν είναι λόγω ύφους, δεν είναι αισθητικό το ζήτημα, με τραβάνε οι συγκεκριμένες ιστορίες.

● Οι αβυσσαλέοι έρωτες;

Κατ’ αρχάς οι ιστορίες. Τι ωραία ιστορία εκδίκησης τα «Ανεμοδαρμένα ύψη»! Ενας τρελός έρωτας κι ένας άνθρωπος που κόλλησε το κεφάλι του. Εχει να κάνει περισσότερο με την εμμονή κι όχι τόσο με τον έρωτα. Και οι δύο αυτές ιστορίες έχουν ένα σημείο όπου οι ήρωες παθαίνουν εμπλοκή. Γίνονται μονομανείς.

● Εσένα κολλάει το κεφάλι σου;

Μόνο κολλάει; Κολλάει πολύ άσχημα. Αλλά ξέρεις κάτι; Κολλάει με όλα τα πράγματα. Με τους φίλους μου, με τη δουλειά.

● Στον έρωτα το χάνεις το κέντρο;

Το έχεις χάσει από την αρχή. Από τη στιγμή που λες στον άλλο «γίνε εσύ το κέντρο». Μετά δεν ξέρεις πού θα φτάσει. Μπορεί να ξυπνήσει τα πάντα. Από το καλύτερο μέχρι το χειρότερο. Να θέλεις να μην υπάρχει ο Αλλος.

● Διάλεξες τον Γιώργο Γλάστρα, αυτό το υψηλής ευγένειας πλάσμα, να παίξει το αγρίμι τον Χίθκλιφ. Εχει μια πρόκληση αυτή η επιλογή;

Να κάνω μια γεωγραφία των φίλων μου. Τους θαυμάζω πολύ. Μου φαίνονται πως είναι οι καλύτεροι ηθοποιοί, σκηνογράφοι, μουσικοί. Αλλά ο Γιώργος είναι πραγματικά σπουδαίος. Νομίζω ότι είναι ένας από τους πιο καλλιεργημένους Ελληνες ηθοποιούς. Τόσο δοσμένος σ’ αυτό που κάνει, ώστε να μη νοιάζεται για τα φρου-φρου αυτής της δουλίτσας. Οπότε είναι πάντα στις επιλογές μου για τις επόμενες συνεργασίες.

● Πώς τον βλέπεις τον Χίθκλιφ;

Σαν ένα αγρίμι, αλλά όχι από τη φύση του. Είναι ένας άνθρωπος που κόλλησε το κεφάλι του. Βρέθηκε κάπου, ερωτεύτηκε, αυτή αγάπησε κάποιον άλλο, παντρεύτηκε, κι αυτός αποφασίζει να επιστρέψει πετυχημένος, πλούσιος, και να τα καταστρέψει όλα. Αυτό το κόλλημα…

● Της καταστροφής;

Ναι, είναι το αντίστροφο από το κόλλημα του Γιώργου. Κάτι που εγώ το έχω δει να γίνεται, αλλά μόνο για ευγενικούς σκοπούς. Να του κολλάει το κεφάλι για να φέρει εις πέρας κάτι. Οπότε σκέφτηκα ότι μπορεί να μετατοπιστεί, να χρησιμοποιηθεί κι από την άλλη πλευρά.

Τη σκοτεινή. Πώς μπορεί σ’ έναν άνθρωπο ευγενικών κινήτρων και αρχών, να του γυρίσει κανονικά. Να χρησιμοποιήσει τον τρόπο που ξέρει από τη μαύρη μεριά.

● Τα μυθιστορηματικά κείμενα τα ξαναγράφεις ο ίδιος για να τους δώσεις θεατρική μορφή. Τα μεταγράφεις;

Εφόσον ο λόγος που γράφτηκαν δεν ήταν για να παρασταθούν σκηνικά, έχουν άλλο τρόπο ανάπτυξης. Δεν αρκεί να μετατρέψεις ένα μονόλογο σε διάλογο. Ούτε μπορείς να του αλλάξεις τα φώτα. Δεν μπορείς να πάρεις ένα βιβλίο και να το ανεβάσεις στη σκηνή, αν δεν το μεταγράψεις.

● Κι εσύ θέλεις να μπαίνεις σ’ αυτή την περιπέτεια, μόνος σου, από την αρχή. Για να ελέγχεις το αποτέλεσμα;

Οταν κάνεις τέτοιες μεταγραφές, ένα τεράστιο κομμάτι της σκηνοθεσίας αναδύεται ήδη από το γράψιμο. Εκεί το σκηνοθετείς. Αποφασίζεις ποιους χαρακτήρες θα κρατήσεις και ποια περιστατικά. Το τι θα πετάξεις είναι επίσης μέρος της σκηνοθεσίας. Εξ ου και παίρνει τόσο χρόνο.

● Τον άλλο μήνα ανεβαίνεις στη Θεσσαλονίκη για να σκηνοθετήσεις στο ΚΘΒΕ. Πώς φεύγεις και πώς επιστρέφεις; Είναι ξένη η Θεσσαλονίκη σε σχέση με την Αθήνα;

Δεν ξέρω, Χρήστο. Δεν την έχω νιώσει ακόμα την Αθήνα πόλη μου.

● Σε απωθεί το χάος της; Ή δεν έχεις φτιάξει ακόμα μια συναισθηματική μνήμη γι’ αυτήν;

Και βέβαια έχω φτιάξει. Αλλά είναι μεταγενέστερη. Η αρχική μνήμη αναφέρεται στην παιδική ηλικία, στο σχολείο και το Πανεπιστήμιο. Είχα ήδη φτιάξει μια σχέση με τη Θεσσαλονίκη και τον κόσμο της πριν έρθω εδώ. Αλλά η πόλη αλλάζει διαρκώς. Περνάω από ένα δρόμο και δεν έχει μείνει τίποτα ίδιο. Τα καφέ, τα βιβλιοπωλεία, τα μαγαζιά δεν τα αναγνωρίζω. Παρ’ όλα αυτά, λέω ότι αυτό μου συνέβη σε κείνο το σημείο. Στην Αθήνα δεν έχω πολλά τέτοια.

● Αρα ώς ένα βαθμό, ξένος κι εκεί κι εδώ.

Αναγκαστικά. Αυτό βέβαια μου δίνει και χαρά καθώς φτάνω και στις δύο. Κι όταν φεύγω, τρύπα. Να φανταστείς ότι βλέπω το δελτίο καιρού στις ειδήσεις, και περιμένω να δω και τον καιρό στη Θεσσαλονίκη. Και αναρωτιέμαι φωναχτά «αφού είμαι εδώ, τι με νοιάζει ο καιρός της Θεσσαλονίκης;».

● Η θεατρική πιάτσα της Αθήνας δεν σου φαίνεται χαώδης;

Ναι, όμως εδώ δεν αισθάνθηκα αποκλεισμένος. Ισως επειδή είχα το θράσος να πηγαίνω σε ανθρώπους που δεν γνώριζα πώς είναι και πώς λειτουργούν. Οταν δεν ξέρεις τη γλώσσα της αγοράς, έχεις ελευθερία μαζί με την άγνοια του κινδύνου.

● Στις πρόβες είσαι ελεύθερος;

Είμαι, αλλά δεν είναι πάντα για καλό. Μπορεί να κάνουμε επιλογές που μετά από χρόνια να μας φανούν γελοίες. Ακριβώς γιατί δεν μαζευτήκαμε τη σωστή στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, χαιρόμασταν όταν τις κάναμε. Ισως γι’ αυτό διαλέγω το περιβάλλον της ομάδας. Δουλεύουμε με ασφάλεια, ξέρω τον άλλο, με ξέρει, λέω βλακείες, με δέχεται, τον βρίζω, με βρίζει… Δύσκολα πράγματα με τα καλά και τα λάθη τους. Ο Παπαβασιλείου μού είχε πει ότι σωστό είναι το λάθος που υπογράφεις. Το ατελές γνωρίζει κάτι που το τέλειο αγνοεί.

● Ποιος το είπε αυτό;

Ο Βασίλης, πάλι. Να κλείσουμε με τα λόγια του.